Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Για το νέο τρόπο επιλογής διευθυντών σχολικών μονάδων



Καθώς αποκρυσταλλώνεται πλέον το νομοθετικό πλαίσιο για τον νέο τρόπο επιλογής των στελεχών διοίκησης στις σχολικές μονάδες πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, θα ήθελα να καταγράψω μερικές σκέψεις και κάποιες χρήσιμες ίσως επισημάνσεις επί του τεχνικού μέρους της νέας διδαδικασίας.
Πριν απ’ όλα και για να έχουμε καθαρές κουβέντες, δηλώνω ανεπιφύλακτα υποστηρικτής της νέας αντίληψης, βάσει της οποίας ανατίθεται στους συλλόγους διδασκόντων ένα σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την επιλογή του προσώπου που θα διευθύνει τη σχολική μονάδα. Θεωρώ πως αυτό συνιστά σαφώς ένα γενναίο βήμα προς τον εκδημοκρατισμό της όλης διαδικασίας, καθώς πλέον οι ίδιοι οι εργαζόμενοι έχουν βαρύνοντα λόγο στη διαμόρφωση του διοικητικού πλαισίου στο εργασιακό τους περιβάλλον σε πλήρη αντίθεση με το παλαιό διάτρητο και διαβλητό σύστημα της λεγόμενης "συνέντευξης", η οποία σε μεγάλο βαθμό ήταν μια σκηνοθετημένη διαδικασία με προειλημμένες αποφάσεις που ανέδιδαν έντονα την κομματική αποφορά! Οι κραυγές, συχνά ανοίκειες και ειρωνικές,  που υψώθηκαν τον τελευταίο καιρό κόντρα σ’ αυτή την εξέλιξη, δύσκολα μπορούν να στηριχθούν σε ουσιαστικά και πειστικά επιχειρήματα και εν πολλοίς υποδηλώνουν έναν πανικό ενόψει της ανατροπής κάποιων συζητήσιμων κεκτημένων. Όχι πάντα βέβαια. Γιατί ακούστηκαν και εποικοδομητικές αντιρρήσεις, όπως το ζήτημα του αριθμού επιλογών κάθε υποψηφίου ή της μοριοδότησης των αντικειμενικών προσόντων.
Ειδικά όμως στο «φλέγον» ζήτημα των λεγόμενων αντικειμενικών προσόντων, δηλαδή των διαφόρων τίτλων σπουδών, μεταπτυχιακών, επιμορφώσεων κλπ., εγείρονται πάντα μια σειρά ερωτημάτων περί της ουσιαστικής αξίας τους στο ζήτημα της άσκησης διοίκησης. Με μία διασταλτική λογική, ασφαλώς και μπορούν να αποτελούν εφόδια για τη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας με επιστημονική ευρύτητα. Επομένως ορθώς μοριοδοτούνται. Ωστόσο το πράγμα τείνει να πάρει χαρακτηριστικά ολοκληρωτικής λογικής, καθώς όλα αυτά θα έπρεπε να αφορούν πρωτίστως στην άσκηση διδακτικού έργου και δευτερευόντως στην άσκηση διοικητικού. Είναι δύο λειτουργίες διακριτές και καθεμιά προϋποθέτει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και αντίστοιχα προσόντα. Εφόσον διαθέτει κάποιος ειδικές σπουδές στον τομέα της διοίκησης, αυτό χωρίς αμφιβολία τού προσφέρει σοβαρά εφόδια για το συγκεκριμένο έργο και σε μια τέτοια περίπτωση η ενισχυμένη μοριοδότηση είναι απολύτως εύλογη. Σε κάθε άλλη περίπτωση όμως οι πάσης φύσεως τίτλοι ελάχιστα μπορούν να συνεισφέρουν στη διαμόρφωση ενός ικανού στελέχους διοίκησης, οπότε αντίστοιχα η μοριοδότησή τους θα πρέπει να είναι χαμηλότερη. Έχω την αίσθηση ότι το υπουργείο κινείται σε μια τέτοια λογική, αν και τα βήματα παραμένουν ακόμη δειλά και αμήχανα. Προσωπικά πάντως θεωρώ αναγκαίο να διαχωρίσουμε και να πριμοδοτήσουμε τίτλους που σχετίζονται με τη διοίκηση από τους υπόλοιπους τίτλους που μπορούν να αξιολογούνται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στο διδακτικό έργο κάθε εκπαιδευτικού.
Έχω όμως κάποιες απορίες σχετικά με τη μοριοδότηση κάθε υποψηφίου στελέχους διοίκησης από τον σύλλογο διδασκόντων. Πρώτα πρώτα ποιος ακριβώς είναι ο σύλλογος διδασκόντων που θα κρίνει τον κάθε υποψήφιο; Είναι ένας ή περισσότεροι; Κι αν είναι ένας, η κρίση του θα είναι δεσμευτική και για άλλες σχολικές μονάδες, οι οποίες όμως δε θα έχουν εκφραστεί για κάποιες υποψηφιότητες; Είναι δυνατόν τόσο κραυγαλέα ετεροβαρείς κρίσεις να εξισώνονται; Είναι δυνατόν ένα σύλλογος διδασκόντων αποτελούμενος από 4-5 εκπαιδευτικούς να εξισώνεται με έναν πολυπληθή και ετερόκλητο σύλλογο 30 ή 40 εκπαιδευτικών; Σκεφτείτε πόσο εύκολα μπορεί κανείς να αποσπάσει το 100% των ψήφων στον πρώτο σύλλογο, ενώ είναι αδύνατον να συμβεί το ίδιο με τον δεύτερο σύλλογο. Μπορεί λοιπόν ένας υποψήφιος να μεταφέρει σαν προίκα το 100% του από το πρώτο σχολείο στο δεύτερο και να διεκδικήσει σ’ αυτό θέση διευθυντή υποσκελίζοντας κάποιον συνυποψήφιό του που σ’ αυτό το σχολείο μπορεί να έλαβε πολλαπλάσιο αριθμό ψήφων από τον ίδιο; Αν ναι, τότε οδηγούμαστε σε εκτρωματικές καταστάσεις με ανεξέλγκτες συνέπειες, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν και σε αέναες δικαστικές διαμάχες λόγω μη τήρησης της αρχής της ισονομίας, της ίσης αφετηρίας και των ίσων ευκαιριών. 
Νομίζω όμως πως θα πρυτανεύσει η αυτονόητη λογική, η οποία επιβάλλει κάθε υποψήφιος διευθυντής να κρίνεται ανεξάρτητα από κάθε σχολική μονάδα, στην οποία διεκδικεί θέση κι αυτό σημαίνει ότι θα έχει πιθανότατα διαφορετική μοριοδότηση για το κάθε σχολείο και μ' αυτήν και μόνο θα συγκριθεί με τους συνυποψηφίους του στη συγκεκριμένη σχολική μονάδα. Άλλωστε μόνον έτσι υλοποιείται και η θεμελιώδης αρχή της νέας αντίληψης, δηλαδή ο σεβασμός της κρίσης και επιθυμίας του σώματος των εκπαιδευτικών κάθε σχολικής μονάδας. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα προκύψουν σε μεγάλο ποσοστό επιλογές που θα έχουν γίνει ερήμην του ή και κόντρα στη βούλησή του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: