Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2017

Σταύρος Ξαρχάκος: Mirupafshim (1997)

"Mirupafshim" στα αλβανικά θα πει "καλή αντάμωση". Αυτός είναι ο τίτλος της ταινίας που γύρισε το 1997 ο Γιώργος Κόρας μαζί με τον Χρήστο Βούπουρα σε μια ελληνοκυπριακή συμπαραγωγή. Παίζουν: Άκης Σακελλαρίου, Μηνάς Χατζησάββας, Δήμητρα Χατούπη, Αντώνης Αντωνίου, Βασίλης Τσάγκλος, Myzafer Ziflaj, Armando Dauti. Η ταινία απέσπασε το πρώτο Βραβείο στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Οι διάλογοι γίνονται στην ελληνική και την αλβανική γλώσσα.
Υπόθεση της ταινίας: Ένας καθηγητής με αριστερές ιδέες (Άκης Σακελλαρίου) γνωρίζει τρεις Αλβανούς λαθρομετανάστες. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται μια δυνατή φιλία, η οποία προκαλεί τη σύγκρουση του νέου άντρα με το περιβάλλον του. Εκείνος θα επιμείνει στις απόψεις του, θα επιχειρήσει να κατανοήσει τα προβλήματα των εκπατρισμένων, θα επισκεφτεί την Αλβανία και το σπίτι των φίλων του, και θα προσπαθήσει να τους βοηθήσει να μείνουν με νόμιμο τρόπο στην Ελλάδα. 
Ο Σταύρος Ξαρχάκος έγραψε το σκορ της ταινίας, το οποίο παραμένει μέχρι στιγμής ανέκδοτο. Μινιμαλιστικά και υποβλητικά οργανικά μοτίβα που υπηρετούν καθαρά την εικόνα και δύσκολα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως αυτόνομο ακρόαμα. Υπάρχει κι ένα πολύ ενδιαφέρον τραγούδι για φωνή και κλαρίνο, που αποδίδεται στην αλβανική γλώσσα και κλείνει το έργο ως μικρός επίλογος.

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2017

Γιάννης Μεταλλινός: Μουσική για τις Βάκχες του Ευριπίδη (2017)

Και ιδού - πάνω που διαβεβαίωνα με προπέτεια ότι ο "Καθρέφτης της γης" υπήρξε η μοναδική δισκογραφική κατάθεση του θεατρικού συνθέτη Γιάννη Μεταλλινού - ήρθε η πανηγυρική διάψευση μέσα από ένα πακετάκι που παρέλαβα μόλις σήμερα από το ταχυδρομείο με το όνομα του συνθέτη στη θέση του αποστολέα! 
Το πακετάκι λοιπόν αυτό περιείχε  μια δεύτερη δισκογραφική δουλειά του με τίτλο "Βάκχαι" του Ευριπίδη ή - για να ακριβολογήσω - Euripides Bacchae, μιας και η έκδοση είναι εξολοκλήρου αγγλόφωνη και πραγματοποιήθηκε με τη συνολική επιμέλεια του Μίνωα Μαμαγκάκη, γιου του αείμνηστου μεγάλου συνθέτη Νίκου Μαμαγκάκη.
Όπως προφανώς προκύπτει από τον τίτλο, πρόκειται για θεατρική μουσική εμπνευσμένη από την κλασική τραγωδία του Ευριπίδη, η οποία γράφτηκε το 407 π.Χ., αλλά διδάχθηκε στο αθηναϊκό κοινό το 405 π.Χ., ένα χρόνο δηλαδή μετά το θάνατο του ποιητή.
Ο συνθέτης έγραψε ένα ολοκληρωμένο σκηνικό έργο μεγάλης διάρκειας (κοντά στα 80 λεπτά!) που περιλαμβάνει κυρίως εντυπωσιακά χορωδιακά μέρη ερμηνευμένα από το φωνητικό σύνολο "Six" και το πολυφωνικό φωνητικό σύνολο "Fons Musicalis". Επικεφαλής του χορού είναι η σπουδαία σοπράνο Δάφνη Πανουργιά, ενώ στο ρόλο του Διόνυσου συμμετέχει ο βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος.
Το έργο αρχικά γράφτηκε για ζωντανή παρουσίαση το 2003, ενώ αρκετά χρόνια αργότερα, μετά από παραγγελία του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, ο συνθέτης προχώρησε σε γενική αναθεώρησή του με σκοπό την έκδοσή του σε δίσκο, ώστε να λειτουργεί ως αυτόνομο ακρόαμα, έτσι όπως μπορούμε να το ακούσουμε στην πρόσφατη έκδοσή του.
Η εργασία του συνθέτη βασίστηκε στη δόκιμη μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά, ενώ προσαρμόστηκε σε μορφή χοροδράματος από τον Ισίδωρο Σιδέρη με χορογραφίες του Κυριάκου Κοσμίδη σε συνεργασία με την ομάδα "Θεατροκίνηση", όπως παρουσιάστηκε στην αρχική εκδοχή του 2003. Η έκδοση του ψηφιακού δίσκου υλοποιήθηκε με τη χορηγία του κοινωφελούς ιδρύματος Ιωάννου Κωστόπουλου.

Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2017

Νίκος Δόικος: Περί ποιήσεως

Περι ποιησεως

Γράφει ο Νίκος Δόικος


Κάθε τόσο επανέρχονται στις συζητήσεις μας τα κλασικά ερωτήματα: - Βρίσκεται, άραγε, εκτός χώρου και χρόνου η Ποίηση, είναι αχωρική και αχρονική έτσι όπως κινείται στο μεταίχμιο μεταξύ προσωπικού και διαπροσωπικού (κοινωνικού) χώρου, καθώς ο Ποιητής έξω εμπνέεται και έσω συνθέτει, έτσι όπως κινείται, δηλαδή, στο χώρο του μηδενός.  
Άραγε υπερβαίνει τον ιστορικό χρόνο, το χρόνο των κοινωνικών εξελίξεων;
Προσδιορίζεται νοηματικώς και μορφολογικώς από το κοινωνικό περιβάλλον ή μήπως το ξεπερνά και κατακτά την αχωρική και αχρονική της υπόσταση πέραν της Ιστορίας;  
Και εάν όντως επηρεάζεται από το κοινωνικό περιβάλλον (ετεροπροσδιορίζεται), τότε σε ποιο βαθμό το κοινωνικό περιβάλλον ως πεδίο κοινωνικών δράσεων, εξελίξεων, εξισοροπιστικών θεσμίσεων και ανατροπών, επηρεάζει την Ποίηση και, αντιστρόφως, κατά πόσον η Ποίηση συμμετέχει στην και τροφοδοτεί την κοινωνική δυναμική;

Για τη σύνθεση μιας κάποιας θέσης απέναντι στις προηγούμενες διλημματικές εκδοχές  θα πρότεινα ως παράδειγμα το συγγραφικό έργο του Ρακίνα.
Φαντάζομαι συμφωνούμε στο ότι η δραματουργία του Ρακίνα δεν θα είχε, ενδεχομένως, την ίδια εσωτερική νοηματική χωροταξία  αν ο ίδιος δεν  είχε ανατραφεί μέσα σε ένα αμιγώς Γιανσενίτικο περιβάλλον, δηλαδή μέσα στο γνωστό Γαλλικό θρησκευτικό (και αργότερα πολιτικό) κίνημα του 17ου-18ου  αιώνα, που αναπτύχθηκε ως  αντίδραση στις υπερβολές του Παπισμού και του βασιλικού απολυταρχισμού και, ασμένως, στήριξε τη Γαλλική Αστική Επανάσταση.
Εάν ο Ρακίνας  μεγάλωνε σε ένα λ.χ. Ιησουιτικό  περιβάλλον θρησκευτικού φανατισμού, θα είχαμε πιθανότατα έναν διαφορετικό δραματουργό.
Από μιαν άλλην οπτική γωνία τώρα, χωρίς την προσωπική έφεση, το έμφυτο ταλέντο και τις συστηματικές σπουδές του ίδιου τόσο στο Γιανσενίτικο
Πορ-Ρουαγιάλ, όσο και στο κοσμοπολίτικο Παρίσι του Λουδοβίκου 14ου, πιθανόν δεν θα είχαμε κανέναν επώνυμο Ρακίνα.
Με την αναφορά στην ειδική (και κάθε ανάλογη) περίπτωση του Ρακίνα αγγίζει κανείς το ζεύγος  Αιτιοκρατίας – Αναιτιοκρατίας, πιο απλά το ζεύγος αυτο-προσδιοριστίας (αυστηρή νομοτέλεια,  απόρριψη του τυχαίου) και, από την άλλη, έτερο-προσδιοριστίας (αντίληψη περί ιστορικού επηρεασμού και προσδιορισμού των ανθρώπινων δράσεων). Δύο θεμελιωδώς αντιθετικές σχολές και αντιλήψεις. 
Παρότι γνωστά και χιλιοειπωμένα, θα επαναλάβω πως για την πρώτη, δηλαδή την αυτο-προσδιοριστία, η πορεία του δημιουργού, του ποιητή, του εικαστικού, νομοτελειακώς προδιαγράφεται από την προσωπική του ετερότητα.
Για τη δεύτερη αντίληψη της ετερο-προσδιοριστίας, οι κοινωνικές εξελίξεις και οι ανθρώπινες δράσεις ετεροκαθορίζονται από ιστορικές συγκυρίες, από το ιστορικό κοινωνικό περιβάλλον και βεβαίως από την ελεύθερη ανθρώπινη βούληση.
Ακραίες εκφάνσεις αυτών των δύο Σχολών - αντιλήψεων  στην Ποίηση αποτελούν η ατομοκεντρική, η αυτο-ψυχαναλυτική, θα έλεγα, γραφή και, από την άλλη μεριά,  ο ιδεολογικός ρεαλισμός, η ιδεοληπτική θεώρηση της Ποίησης,  η οποία ασφαλώς την οδηγεί σε ατραπούς ιδεολογικής χειραγώγησης. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο ασυμβίβαστο με την Τέχνη από τη χειραγώγηση.
Θα πρότεινα λοιπόν για συζήτηση πως η αυθεντική Ποίηση βρίσκεται στον συγκερασμό των δύο αντιλήψεων.
Και εξηγούμαι με ένα δεύτερο παράδειγμα: Παρατηρώντας δείγματα της λεγόμενης Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής, της άλαλης Ποίησης, από τη Δημητσάνα έως τη Μακρινίτσα κι από την Καστοριά μέχρι την Ξάνθη, εύκολα διαπιστώνει κανείς μιαν επανάληψη ή, καλύτερα, αναπαραγωγή ομοειδών αρχιτεκτονικών στοιχείων. Αισθητικά και λειτουργικά στοιχεία, που σε όλες τις περιπτώσεις επαναλαμβάνονται, διατηρώντας όμως πάντοτε την ετερότητά τους, χωρίς να αντιγράφουν, χωρίς να συνιστούν απομιμήσεις.                                                         
Σε κάθε ξεχωριστό αρχιτεκτόνημα, εύκολα διακρίνονται μικρές ποιοτικές μορφολογικές διαφοροποιήσεις, μικρές, θα έλεγα, πινελιές ετερότητας, πάντοτε, όμως, στον ίδιο καμβά, στην ίδια ρυθμολογική βάση. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο κεντρικός νοηματικός άξονας τής συγκεκριμένης αρχιτεκτονικής.
Πώς είναι δυνατόν, παρά την αναπαραγωγή ομοειδών στοιχείων, να αποφεύγεται η αντιγραφή; Ποιος είναι ο Μηχανισμός Γένεσης της δημώδους αρχιτεκτονικής;
Θα απαντούσα πως είναι αυτή ακριβώς η τάση αναπαραγωγής που κατορθώνει να μη συνιστά απομίμηση, αλλά επαναδιατύπωση αισθητικών και λειτουργικών κωδίκων κοινωνικά αποδεκτών και, κυρίως, κοινωνικά παραγόμενων.

Κοντολογίς, με τα μαστόρικα συνεργεία, με τους κουδαραίους μαΐστορες, μέσω της  βιωματικής εμπειρίας και του ταλέντου των, η ίδια η Κοινωνία αρχιτεκτονεί
μέσω της αναπαράστασης, της επαναδιατύπωσης κοινωνικών αισθητικών και λειτουργικών συμβάσεων με την αριστοτελική έννοια της «μιμήσεως» που δεν σημαίνει απομίμηση, αλλά αναπαράσταση κοινωνικά αποδεκτών αισθητικών και λειτουργικών αρχών.
Υπό το ίδιο πρίσμα θα έλεγα πως η κοινοτική εμπειρική αλήθεια λειτουργεί ως μαγιά της Τέχνης, ως μαγιά της Ποίησης.
Εάν συμφωνούσαμε πως η Τέχνη ασφυκτιά τόσο στο ατομοκρατικό όσο και στο ιδεοληπτικό-χειραγωγικό περιβάλλον, τότε θα αποτολμούσα έναν ορισμό, πως
αυθεντική Ποίηση είναι η αναδιατύπωση αισθητικών και λειτουργικών  κωδίκων κοινωνικώς αποδεκτών και κοινωνικώς παραγόμενων, με την καθοριστική συνδρομή της παιδείας και του ταλέντου του ποιητή, δηλαδή με τη σφραγίδα της προσωπικής ετερότητας του δημιουργού.
Σε κάθε συγγραφικό πεδίο εκφράζονται διαφορετικές ανάγκες επικοινωνίας και συμμετοχής στον ευρύτερο κοινωνικό διάλογο, διαφορετικές μορφές έκφρασης της ίδιας αγωνίας.
Εάν προσεγγίσουμε την Ποίηση ως λαλούσα Αρχιτεκτονική, θα έλεγα πως η Ποίηση έχει μια δική της εσωτερική χωροταξία. Και όχι μονάχα μορφολογική και ρυθμολογική, αλλά μιαν εσωτερική νοηματική χωροταξία που οφείλει να υπακούει σε κανόνες στατικής επάρκειας και λειτουργικής ρυμοτομίας, ειδάλλως καταρρέει. Και εδώ θα πρότεινα πως οι κανόνες αυτοί δεν είναι τίποτα άλλο παρά κοινωνικές συμβάσεις που κληρονομούνται και αναδιατυπώνονται από γενιά σε γενιά, από δημιουργό σε δημιουργό, από ποιητή σε ποιητή.
Νομίζω πως η  Κρίση, με την ευρεία έννοια τού όρου, δηλαδή η πρωτίστως πολιτισμική και εξ αυτής  κοινωνική, οικονομική και πολιτική κρίση, επηρεάζει τον ιδιωτικό και δημόσιο χώρο σε καθοριστικό βαθμό,  καθώς συντόμως
εξελίσσεται σε συμπεριφορική κρίση μπολιάζοντας έτσι και το πνευματικό  και θεσμικό πεδίο.
Πώς μπορεί λοιπόν να μείνει κανείς ουδέτερος, κλεισμένος στο χρυσό κλουβί της δικής του διαρκούς αυτο-ψυχανάλυσης;  
Θυμηθείτε από την Θεία Κωμωδία του Δάντη: - «Οι πιο σκοτεινές γωνιές της Κολάσεως είναι φυλαγμένες για εκείνους που διατηρούν την ουδετερότητά τους σε εποχές ηθικής κρίσης».
Θα έλεγα λοιπόν πως οι πνευματικοί δημιουργοί, οι ποιητές, επηρεάζονται βαθύτατα από τους τριγμούς της σημερινής και κάθε εποχής, αλλά, και συγχρόνως, πως το δημιουργικό αποτέλεσμα αυτού του επηρεασμού είναι ευθέως ανάλογο με την πνευματική ετερότητα του κάθε ποιητή.
Πάντοτε το κοινωνικό περιβάλλον και η ιστορική συγκυρία σημαδεύουν την θεματολογία και την ποιότητα της πνευματικής δημιουργίας. Πρόκειται για την κοσμική ακτινοβολία του «συλλογικού υποκείμενου» που προτιμώ να χαρακτηρίζω συλλογικό δημιουργό, όπου πάντως εμφιλοχωρεί καθοριστικά η προσωπική ετερότητα του καθενός πνευματικού  δημιουργού.
Συχνά με ρωτούν  ποιους αφορά η Ποίηση. Μα, νομίζω, τους πάντες.
Όπως όλες οι τέχνες, έτσι και η αυθεντική Ποίηση μπορεί να αρέσει, να προσλαμβάνεται δηλαδή με το συναίσθημα πολύ πριν γίνει εγκεφαλικώς κατανοητή . Άρα η απόλαυσή της δεν προϋποθέτει την κατοχή μεταπτυχιακών τίτλων,  ειμή μόνον αγαθή προαίρεση και στοιχειώδη κοινωνική παιδεία.
Κάτω από τούτο το πρίσμα, το ποιητικό έργο νοηματοδοτείται στο βαθμό που έχει κάτι να προσφέρει στη συλλογική προσπάθεια προς την επαλήθευση του  κοινοτικού βίου. Άρα, εάν έχει κάποια συναισθηματική σχέση, είναι εκείνη του δημιουργού με το συλλογικό υποκείμενο.
Θυμηθείτε τον Έλιοτ: - «Ποίηση δεν είναι η απελευθέρωση των αισθημάτων, αλλά η   δραπέτευση από τα αισθήματα. Δεν είναι η έκφραση της προσωπικότητας, αλλά η δραπέτευση από την προσωπικότητα. Αλλά θα πρέπει κανείς να έχει αισθήματα και προσωπικότητα, για να θέλει να δραπετεύσει από αυτά».
Θέλω να πω, τελειώνοντας, πως το έργο του καθενός, ιδίως δε το ποιητικό έργο, δεν αποτιμάται με κάποιο αισθηματόμετρο, αλλά με τον βαθμό της αυτοαναίρεσης, της αυταπάρνησης που εκφράζει, εάν εκφράζει, με την δική του αλήθεια, με το μερτικό του στην επαλήθευση του κοινοτικού βίου.

Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2017

Ελένη Καραΐνδρου: Τα πρώτα τραγούδια (1969-1972)

Η Ελένη Καραΐνδρου κατά το διάστημα 1967-1975 βρισκόταν στο Παρίσι για μουσικές σπουδές. Η επιστροφή της στα πάτρια συνοδεύτηκε και με την κυκλοφορία του πρώτου και μοναδικού κύκλου τραγουδιών της με τίτλο "Η μεγάλη αγρυπνία" που ερμήνευσε η Μαρία Φαραντούρη.
Ωστόσο πριν από την οριστική επιστροφή της στην Ελλάδα είχε δώσει κάποια πρώτα δείγματα του τραγουδοποιητικού της ταλέντου ηχογραφώντας κατά την τριετία 1969-1972 οκτώ συνολικά τραγούδια, τα πρώτα έξι από τα οποία εκδόθηκαν στην Ελλάδα σε δισκάκια 45 στροφών από την His Master's Voice/Columbia με ερμηνευτές τη Δήμητρα Γαλάνη και τον Μανώλη Μητσιά.
Συγκεκριμένα, το 1969 κυκλοφόρησαν τα δυο πρώτα τραγούδια της συνθέτριας με τη Δήμητρα Γαλάνη, η οποία εκείνη τη χρονιά έκανε την πρώτη της εμφάνιση στην ελληνική δισκογραφία, πρώτα με δυο τραγούδια του Δήμου Μούτση κι αμέσως μετά με τα δυο αυτά τραγούδια της Καραΐνδρου. Πρόκειται για τα τραγούδια: "Μια νύχτα σ' έχασα" και "Ποια πόρτα να χτυπήσω", αμφότερα σε στίχους του Νίκου Γκάτσου. Η συνθέτρια υπογράφει με το συντομευμένο όνομα Ελένη Καρά. Το πρώτο από τα τραγούδια αυτά δεν επανεκδόθηκε ποτέ, ενώ το δεύτερο μπήκε σε δυο νεότερες συλλογές, πρώτα στη συλλογή "Δυο δυο" (1987) και στη συνέχεια στην ψηφιακή συλλογή "Από τους θησαυρούς των 45 στροφών" (1995).
Την επόμενη χρονιά η Ελένη Καραΐνδρου υπέγραψε τέσσερα καινούργια τραγούδια που ερμήνευσε σε δυο 45άρια ο Μανώλης Μητσιάς με δεύτερη φωνή τη Βούλα Γκίκα. Τρία από τα τραγούδια αυτά ("Δεν είναι αυλή να δροσιστείς", "Έλα αύριο βράδυ στις εννιά", "Μαζί σου να την πάρεις δεν μπορείς") είχαν στίχους της ίδιας της συνθέτριας, ενώ το τέταρτο ("Απόψε τα μεσάνυχτα") είχε στίχους και πάλι του Νίκου Γκάτσου. Όλα αυτά τα τραγούδια ενσωματώθηκαν στον πρώτο προσωπικό δίσκο του Μανώλη Μητσιά (1971), αλλά και στη νεότερη ψηφιακή συλλογή του τραγουδιστή "Τραγούδια από τις 45 στροφές" (1998).
Πέρα από τα τέσσερα αυτά λαϊκά τραγούδια, η Ελένη Καραΐνδρου συνεργάστηκε και με τη διάσημη Ελληνίδα τραγουδίστρια Νάνα Μούσχουρη με δυο τραγούδια στη γαλλική γλώσσα, τα οποία περιλήφθηκαν σε δυο δίσκους 33 στροφών με τίτλους "Le tournesol" (1970) και "Un voix" (1972). Tο πρώτο από αυτά ("On ne sait jamais") βασίζεται στη μελωδία του τραγουδιού "Μαζί σου να την πάρεις δεν μπορείς".
Να προσθέσω απλώς ότι η Ελένη Καραΐνδρου πολλά χρόνια αργότερα, το 1986, ηχογράφησε δυο ακόμη ανέξάρτητα τραγούδια με τη φωνή της Μελίνας Τανάγρη ("Το ταγκό του εραστή", "Όλα μπερδεύονται γλυκά"). Όλα τα υπόλοιπα τραγούδια της, που δεν είναι και πολλά, γράφτηκαν αποκλειστικά για τον κινηματογράφο και το θέατρο και κυκλοφόρησαν κατά καιρούς με τα αντίστοιχα soundtrack.

Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017

Νίκος Μαμαγκάκης: Οι ένοχοι (1966)

Το 1966 ο Νίκος Μαμαγκάκης έγραψε τη μουσική και τα τραγούδια της δραματικής ελληνικής ταινίας "Οι ένοχοι" σε σκηνοθεσία και σενάριο του Κώστα Ασημακόπουλου. Στην ταινία πρωταγωνιστούσαν ο Πέτρος Φυσσούν, η Άννα Φόνσου, ο Κώστας Καζάκος, ο Λάκης Κομνηνός και ο Δημήτρης Μυράτ.
Στην ταινία καταγράφεται για πρώτη φορά η φωνή της πρόσφατα χαμένης τραγουδίστριας Έλενας Κυρανά που ερμηνεύει το τραγουδάκι "Η Μαριώ", το οποίο φυσικά παραμένει ανέκδοτο. Επίσης ο Γιώργος Φέρης ερμηνεύει το τραγούδι "Κραταιά ως θάνατος αγάπη" εμπνευσμένο από τo "Άσμα Ασμάτων" του Σολομώντα. Ακούγονται ακόμα η Άννα Φόνσου (στο τραγούδι "Στου δάσου το νερόμυλο") και ο Πέτρος Φυσσούν.


Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Κώστας Σμοκοβίτης τραγουδά Δερβενιώτη

Ο Κώστας Σμοκοβίτης έλαμψε στο μουσικό στερέωμα για ένα σύντομο χρονικό διάστημα εκεί στα μέσα της δεκαετίας του '70 και στη συνέχεια έσβησε σιγά σιγά, ενώ σήμερα πια έχει δυστυχώς ξεχαστεί εντελώς, έτσι που το όνομά του αμφιβάλλω αν λέει κάτι στη σημερινή γενιά.
Κι όμως, υπήρξε ένας υπέροχος τραγουδιστής με καθαρή και εκφραστικότατη φωνή που ευτύχησε για ένα διάστημα 3-4 ετών να ερμηνεύσει σπουδαία τραγούδια του Μάνου Λοΐζου ("Καλημέρα ήλιε"), του Γιώργου Χατζηνάσιου ("Άσπρο μαύρο"), του Βασίλη Δημητρίου ("Ω, τι κόσμος μπαμπά"), του Απόστολου Καλδάρα ("Για ρεμπέτες και για φίλους"), ακόμη και του Μίκη Θεοδωράκη ("Προδομένος λαός"). Παρόλα αυτά, σ' εκείνο το παραγωγικό του διάστημα ηχογράφησε μόλις έναν όλο κι όλο προσωπικό δίσκο. Ήταν τα "Τραγούδια του καιρού μας" που έγραψε για τη φωνή του ο Σταύρος Κουγιουμτζής το 1977. Κι αυτό ήταν κάτι σαν κύκνειο άσμα του δυστυχώς, γιατί στη συνέχεια βρέθηκε αντιμέτωπος με τη δισκογραφική του εταιρία (Minos), εναντίον της οποίας στράφηκε ακόμη και δικαστικά, για να αποδεσμευτεί από το συμβόλαιό του, δεδομένου ότι δεν αντιμετωπίστηκε όπως θα περίμενε, ίσως επειδή στην εταιρία τότε κυριαρχούσαν κάποιοι πρωτοκλασάτοι αστέρες που ένιωθαν άβολα με την παρουσία άλλων συγκρίσιμων φωνών...
Μετά από τετράχρονη σιωπή ωστόσο ο Κώστας Σμοκοβίτης έκανε μια αξιοπρόσεκτη απόπειρα να επανέλθει στο δισκογραφικό προσκήνιο ηχογραφώντας το 1981 τον δεύτερο προσωπικό του δίσκο με τίτλο "Τριαντάφυλλο κι αγκάθι" που εκδόθηκε από την εταιρία General. Τα τραγούδια του δίσκου έγραψε ένα από τα πλέον κλασικά δίδυμα του λαϊκού μας τραγουδιού, ο Θόδωρος Δερβενιώτης κι ο Κώστας Βίρβος. 
Ο Δερβενιώτης, όπως ξέρουμε, είχε αφήσει έντονο το αποτύπωμά του στο λαϊκό τραγούδι κατά τις δεκαετίες του '50 και του '60 κυρίως μέσα από τις αξεπέραστες ερμηνείες του Στέλιου Καζαντζίδη. Το ίδιο κι ο πολυγραφότατος στιχουργός Κώστας Βίρβος. Αμφότεροι μετά το '70 συνέχισαν να παράγουν αξιόλογα τραγούδια συνεργαζόμενοι με όλους τους νεότερους τραγουδιστές που κινούνταν στις παρυφές του ορθόδοξου λαϊκού τραγουδιού και πατάγανε γερά στο πεδίο του "έντεχνου". Θυμίζω ότι ο Δερβενιώτης το 1984 μοιράστηκε με τον Σταμάτη Κραουνάκη το δίσκο "Εξ αδιαιρέτου" που τραγούδησε ο Μανώλης Μητσιάς.
Ο δίσκος "Τριαντάφυλλο κι αγκάθι" είναι ένας καθαρά λαϊκός κύκλος τραγουδιών που ερμηνεύεται πολύ πειστικά από τον Κώστα Σμοκοβίτη. Είναι μια σειρά τραγουδιών χωρίς εξάρσεις, χωρίς κάποιο μεγάλο σουξέ, αλλά με μια αξιοπρέπεια και τιμιότητα που δυστυχώς δεν εκτιμήθηκαν στην εποχή τους, με αποτέλεσμα να μην περάσουν στον κόσμο και να ξεχαστούν. Ήταν κάτι σαν τελικό χτύπημα στην άτυχη καριέρα του καλού τραγουδιστή, ο οποίος στη συνέχεια αποσύρθηκε σιγά σιγά, αν και τραγούδησε σποραδικά κάποια τραγούδια του Μιχάλη Τερζή και κάποια άλλα σκόρπια.

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

Ευγενία Συριώτη: Μια θάλασσα μικρή (1982)

Δώδεκα χρόνια μετά την έκδοση του δίσκου "Ταξιδεύοντας" (1970) η Ευγενία Συριώτη ηχογραφεί τον δεύτερο και τελευταίο της μέχρι σήμερα προσωπικό δίσκο με τίτλο "Μια θάλασσα μικρή".
Η λογική κι αυτού του δίσκου παραμένει η ίδια κι έτσι το υλικό του περιλαμβάνει κυρίως διασκευασμένα παραδοσιακά τραγούδια από διάφορες περιοχές του κόσμου (Ιταλία, Αγγλία, Σκωτία, Γαλλία, Ισπανία) μαζί με ένα ελληνόφωνο της Καλαβρίας και τρία κλασικά έντεχνα ελληνικά τραγούδια των Γιάννη Σπανού ("Οδός Αριστοτέλους"), Διονύση Σαββόπουλου ("Μια θάλασσα μικρή") και Θάνου Μικρούτσικου ("Η πιο όμορφη θάλασσα"). 
Η ενορχήστρωση αυτή τη φορά είναι πλουσιότερη και περιλαμβάνει πιάνο, ακορντεόν, φυσαρμόνικα, βιολί, μαντολίνο και κιθάρα. Τη διασκευή και ενορχήστρωση επιμελήθηκε ο Κώστας Γεωργίου. Στα φωνητικά συμμετέχουν η Σόνια Θεοδωρίδου και ο Οδυσσέας Παυλόπουλος. 
Όμορφες, χαμηλόφωνες και γεμάτες λυρισμό ερμηνείες που αξίζουν έστω και την ετεροχρονισμένη μας προσοχή. Την παραγωγή του δίσκου έκανε η Εταιρεία Προστασίας Σπαστικών.

Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2017

Ευγενία Συριώτη: Ταξιδεύοντας (1970)

Η Ευγενία Συριώτη υπήρξε μια κοσμοπολίτισσα ελληνίδα μουσικός με σπουδές στο Ωδείο Αθηνών και στη Royal Academy of Music του Λονδίνου. Οι πρώτες της δισκογραφικές παρουσίες σημειώθηκαν το 1962 στο "Καίσαρ και Κλεοπάτρα" και το 1964 στους "Όρνιθες" του Μάνου Χατζιδάκι με το ψευδώνυμο Ευγενία Βάλβη. 
Αργότερα βρέθηκε στην Αμερική και συμμετείχε ενεργά στο φολκ κίνημα εκεί στα τέλη του '60, ενώ στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα και επιδόθηκε σε πολυάριθμες περιοδείες ανά το πανελλήνιο, ενώ παράλληλα και για πολλά χρόνια παρουσίαζε την εξαιρετική τηλεοπτική σειρά "Τα τραγούδια του κόσμου".
Στο διάστημα εκείνο ηχογράφησε και δύο προσωπικούς δίσκους με μουσικές από διάφορα μέρη του κόσμου, πρώτα το "Ταξιδεύοντας" (1970) κι αργότερα το "Μια θάλασσα μικρή" (1982). Συμμετείχε επίσης και στη σχετικά πρόσφατη έκδοση του δίσκου "Ο καθρέφτης του Βορρά" (2005) με τραγούδια της Ρίκας Δεληγιαννάκη (από παλιότερη ηχογράφηση του 1973).
Το 1970 λοιπόν ηχογράφησε τον πρώτο προσωπικό της δίσκο με τίτλο "Ταξιδεύοντας". Ο τίτλος προικονομεί εύγλωττα και το περιεχόμενο του δίσκου. Πρόκειται για μια υπέροχη περιδιάβαση στις μουσικές του κόσμου, από το Μεξικό και τις ΗΠΑ ως τη Γαλλία, την Αγγλία, την Αρμενία, την Κύπρο, το Ισραήλ, την Περσία και φυσικά την Ελλάδα. Τα τραγούδια αποδίδονται απογυμνωμένα από ορχηστρικά φτιασίδια, μόνο με φωνή και κιθάρα. Η ερμηνεία της Συριώτη είναι κατανυκτική και εκφραστικότατη, ενώ ο σπουδαίος κιθαριστής και συνθέτης Βασίλης Τενίδης τη συνοδεύει λιτά και διακριτικά με την κιθάρα του.
Ο δίσκος εκδόθηκε από τη μικρή εταιρία Rod Strofes, την οποία γνωρίσαμε κυρίως μέσα από τις εξαιρετικές καταγραφές σημαντικών ποιητικών έργων σε απαγγελία από γνωστούς ηθοποιούς (Λόρκα, Ταγκόρ, Γεφτουσένκο, Ρίτσος, Καββαδίας κ.ά.) που είχαν κυκλοφορήσει κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του '60.

Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017

Δημήτρης Λάγιος: Ζακυνθινές Σερενάδες (1988)

Το 1988 ο Δημήτρης Λάγιος επιμελήθηκε την έκδοση ενός ξεχωριστού δίσκου με τίτλο "Ζακυνθινές Σερενάδες" γραμμένες σε πολύ παλιότερη εποχή από τον αρχιμάστορα του είδους ζακυνθινό συνθέτη Γεώργιο Τζώρτζη Κωστή (1870-1959).
Οι στίχοι των τραγουδιών γράφτηκαν από τους Δημήτριο Πελεκάση (1881-1973) και Γιάννη Τσιλιμίγκρα (1872-1947). Το κομμάτι "Με τον τρόπο του Τζώρτζη Κωστή" γράφτηκε από τον Δημήτρη Λάγιο, ο οποίος διασκεύασε και ενορχήστρωσε όλο το υλικό του δίσκου. Ξεχωρίζει η υπέροχη largo μελωδία της εναρκτήριας σερενάτας με τον υποβλητικό τίτλο "Ουράνιο πλάσμα".
Τραγουδούν ο τενόρος Κωνσταντίνος Παλιατσάρας και ο βαρύτονος Διονύσης Τρούσ(σ)ας, ενώ συμμετέχει η εξαιρετική Ορχήστρα Νυκτών Οργάνων του Δήμου Πατρέων.