Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Η εγωλατρία της κ. Ρεπούση



Οι λογαριασμοί μετά τη λήξη τους μπορούν να εξοφλούνται στα τα­μεία της ΔΕΗ...», «Ρί­χνουμε τα ζυμαρικά στο αλατισμένο νε­ρό που βράζει. Αφήνουμε να βράσει 6- 8 λεπτά ανακατεύοντας κάθε τόσο». Μια από τις λιτές εντολές στο οπισθό­φυλλο του λογαριασμού της ΔΕΗ ή οι οδηγίες σε πακέτο με μακαρόνια. Λει­τουργική γλώσσα, που καταλαβαίνεις αμέσως τι εννοεί. Μπορεί κανείς να θεω­ρεί ότι αυτή η γλώσσα είναι η πραγματι­κή, η εμπορικά ανταποδοτική, η εγκε­κριμένη από το ρεαλισμό. Οι μεταφορές, οι ελιγμοί και οι ήχοι της ποίησης, της λογοτεχνίας, του αρχαίου δράματος, ανήκουν στο βαθύ χώρο της περιττολογίας, είναι ένας πλεονασμός που η κρίση οφείλει να εγχειρήσει.

Η κρίση παραγγέλνει το δικό της στο­χασμό, συστήνει το δικό της πολιτισμικό μνημόνιο. Σαν αυτό που εκφράζει με την εγωλατρία της η κ. Ρεπούση, σερφάροντας στο λαϊκιστικό κύμα ενός τελειωμένου και επαρχιώτικου γλωσσικού λει­τουργισμού. «Τα Αρχαία Ελληνικά είναι νεκρή γλώσσα». Η γλώσσα του λογα­ριασμού της ΔΕΗ, οι οδηγίες χρήσης του μίξερ, τα καθοδηγητικά σκίτσα του ΙΚΕΑ, είναι η γλώσσα που επιταχύνει τα πράγ­ματα ακριβολογώντας και συντομεύοντας. Ναι, πρέπει να διευκολύνουμε τη ζωή των ανθρώπων σε μια συντριπτική κυριολεξία, χωρίς μεταφορές, παρομοιώσεις, αλληγοριίες. Είναι σίγουρο.


Τα Αρχαία Ελληνικά δεν μαθαίνονται, τουλάχιστον στο συνήθη βίο της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, δημιουργούν όμως μια γλωσσική ώση, που καθοδηγεί και σχηματίζει την έννοια, ξανασχεδιάζει το φθόγγο, το αίσθημα. Γιατί γλώσσα εί­ναι αυτή η έκτη αίσθηση που σε ειδοποι­εί για το ψέμα, την εκφραστική αστοχία, την ακυρολεξία που κρύβει ανεντιμότητα και όχι απλώς αδεξιότητα. Γλώσσα είναι η ταλάντωση πάνω στο θέμα, αλλά είναι και η επίμονη διιστορική ρίζα, που χαράσσεται στην ευαισθησία αιώνων και βουνών και βλεμμάτων και ήχων.

Ναι, να καταργηθούν τα Αρχαία που δεν ομιλούνται, αλλά και ο Μπερλιόζ που δεν ακούγεται (σε σχέση με τη Λάνα Ντελ Ρέι) και τα Μαθηματικά, που ούτως ή άλλως βρίσκονται εφαρμοσμένα στα γκάτζετ και τα απλικέισον -άρα τι χρειά­ζονται οι φτωχές δευτεροβάθμιες εξισώ­σεις-  και ο Τζόις ή ο Παπαδιαμάντης που κατοικούν στο βάθος της χρήσης και θα δυσκόλευαν τον κυβερνοστόκο. Χρήση, μόνο χρήση.

Ένας παραποιημένος φανξιοναλισμός, που θα διαμοιράσει την ήρα από το στάρι: ενεργό μέρος της γλώσσας, δηλα­δή αναγνωρίσιμο, και από την άλλη το μη ενεργό, δηλαδή το κρυμμένο, το ανυ­πάκουο, το πολυτελές. Κάτω οι υπαινιγ­μοί. Εκπαιδευτική αμεσότητα, φανάρι που ανάβει και γκαζώνεις. Είναι σίγουρο ότι πολλές αντιδράσεις ταΐζουν την ωραιοπάθειά της

Η κ. Ρεπούση, σχεδόν σε μια αμοιβαιότητα, σε μια αλληλοσυνεννόηση με τον κ. Ανθιμο, στήνει έ­να κούφιο και ανόητο μάρκετινγκ. Τα τάργκετ γκρουπ και των δύο χρειά­ζονται την εύκολη και ρη­χή αντιδικία. Ούτε ο ένας έχει τη μόρφωση να εγεί­ρει ούτε η άλλη το σθένος να διατυπώσει. Αποξηραμένοι κλώνοι μιας τηλεοπτικής εθνεγερσίας και πατροκτονίας, στήνουν σιγά σιγά και μεθοδικά την καριέρα τους, εκτός στοχασμού, νοηματοδοτήσεων, έξω από την κριτική εννόηση, την εννοιολογική πυκνότητα. Στον αραιό χώρο μιας αυτοερωτικής σαχλαμάρας, που δεν αγαπάει και δεν νοι­άζεται.

Γιατί είναι πολιτική η αντίρρησή μου στις ανεπεξέργαστες τηλεοπτικές πομφόλυγες της κ. Ρεπούση (και της θρη σκοληπτικής συμμετρίας της με τον κ. Ανθιμο) και όχι μια απλή πολιτιστική, θεωρησιακή διαφωνία; Γιατί στον πυρήνα της λαίκιστικής κορόνας περί Αρχαίων Ελληνικών κατοικεί μια σκληρότατη μνημονιακή κουλτούρα. Η κουλτούρα της περιστολής συλλογικών πνευματι­κών πόρων, η κουλτούρα της κοντό­φθαλμης και λογιστικής ανταποδοτικότητας, η κουλτούρα των σχολείων της Νέας Ορλεάνης και του Φρίντμαν και των γνωστικών κουπονιών. Κρύβεται η πιο ανάλ­γητη και αναλφάβητη και τσιγκούνα και εμπαθής και καριερίστικη κουλτούρα ενός νέου και αχτύπητου εθνικισμού: του εθνικισμού που ο πολιτισμικός ιμπεριαλισμός του εμπορίου επιβάλλει. Εξαφά­νιση κάθε ετερότητας, κάτω από τη γενι­κή γλώσσα των οδηγιών χρήσης και των εμπορικών ετικετών ή πίσω από τα αρκτικόλεξα της νέας opengov γραφειο­κρατίας.

Η γλώσσα λέει κι αυτά που δεν ακούγονται. Αρκεί να βλέπεις τον ήχο στη λέξη, αρκεί ν' ακούς το σινιάλο της, να αισθάνεσαι αυτούς που λείπουν στο ίxvoς της. «Η καταπόντι(η)σις της εσπέρας». Μπορείς να το πεις και «ξημέρω­μα». Μπορείς να το πεις  και «5 η ώρα στην παραλία της Μυκόνου». Μπορείς να γυρίσεις πλευρό, μπορείς και να αγρυπνάς.

Του Δημήτρη Α. Σεβαστάκη, ζωγράφου & αναπληρωτή καθηγητή ΕΜΠ.
Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία, Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Όπως είπε προσφυώς και η Λιάνα Κανέλλη, σε λίγο ο κυρία Ρεπούση θα μας εξηγήσει και σε τι διαφέρει η σελήνη από το ...σέλινο!