Σαν σήμερα, πριν από 106 χρόνια, στις 18 Οκτωβρίου 1920 γεννήθηκε μια ξεχωριστή Ελληνίδα που άφησε ανεξίτηλο στίγμα στο διάβα της από τη ζωή με τη διπλή ιδιότητα της σκηνικής καλλιτέχνιδας και της πολιτικού. Φυσικά και αναφέρομαι στη Μελίνα Μερκούρη (1920-1994), η οποία υπηρέτησε τη θεατρική σκηνή επί δεκαετίες ξεκινώντας από τα μέσα της δεκαετίας του '40 με πρώτη κορυφαία στιγμή της τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο κλασικό θεατρικό έργο του Τένεσι Ουίλιαμς «Λεωφορείον ο Πόθος» που ανέβηκε από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν το 1949, όπου μάλιστα ακουγόταν το εμβληματικό τραγούδι «Χάρτινο το φεγγαράκι» στην πρώτη συνάντηση του δίδυμου Μάνου Χατζιδάκι και Νίκου Γκάτσου. Το 1955 ξεκίνησε και η κινηματογραφική της καριέρα με τη «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη, ενώ τον επόμενο μεγάλο σταθμό της αποτέλεσε η ταινία «Ποτέ την Κυριακή» (1960) που σκηνοθέτησε ο μετέπειτα σύζυγός της διάσημος σκηνοθέτης Ζιλ Ντασέν.
Οι αλλεπάλληλες διεθνείς διακρίσεις της για τους κινηματογραφικούς της ρόλους της εξασφάλισαν μια διασημότητα που έμελλε να αξιοποιήσει η ίδια για εντελώς διαφορετικούς σκοπούς από αυτούς που θα περίμενε κανείς υπό φυσιολογικές συνθήκες. Η Μελίνα όμως δεν έζησε σε μια ήσυχη εποχή και κυρίως υπήρξε ένα από τα μεγάλα θύματα της πολιτικής ανατροπής που συνέβη στον τόπο στις 21 Απριλίου 1967 με την επιβολή του δικτατορικού καθεστώτος των Συνταγματαρχών. Η ιστορική συγκυρία το έφερε ώστε η δικτατορία να επιβληθεί την ώρα που Μελίνα γνώριζε την επιτυχία ανεβάζοντας στο Broadway της Νέας Υόρκης τη θεατρική διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή» με τίτλο «Ilya Darling». Η παράσταση ματαιώθηκε και η Μελίνα βγήκε δημόσια καταγγέλλοντας το δικτατορικό καθεστώς στη διεθνή κοινότητα. Αμέσως δέχθηκε τα αντίποινα από τους δικτάτορες, τα οποία κλιμακώθηκαν ως εξής: α) Στέρηση της ελληνικής ιθαγένειας, β) Δήμευση της περιουσίας της, γ) Απαγόρευση προβολής των ταινιών της, δ) Απόπειρα δολοφονίας! Φυσικά δεν πτοήθηκε καθόλου απ' όλη αυτή τη συμπεριφορά και αποφάσιε πλέον να αφιερώσει όλες τις δυνάμεις και το όνομά της στην προσπάθεια αφύπνισης της διεθνούς κοινότητας για την κατάσταση στην Ελλάδα. Μετά την ανατροπή του καθεστώτος επέστρεψε πανηγυρικά στον τόπο της και παράλληλα με τις καλλιτεχνικές της δραστηριότητες ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα που την έφεραν ως το αξίωμα της υπουργού πολιτισμού επί πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου.
Σε όλη αυτή τη διαδρομή η Μελίνα έδειξε κατά καιρούς και τη διάθεσή της να εμπλέκεται διακριτικά και στο χώρο του τραγουδιού. Και χωρίς βέβαια να μπορεί να θεωρηθεί καλλίφωνη, η αλήθεια είναι ότι διαθέτει μια μοναδική εκφραστική δύναμη στην ερμηνεία κάποιων τραγουδιών που δέθηκαν στενά με τη φωνή της. Από τις πιο ξεχωριστές ερμηνευτικές της στιγμές ασφαλώ ξεχωρίζουν δύο τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι («Αγάπη που 'γινες δίκοπο μαχαίρι, «Τα παιδιά του Πειραιά»), το λυρικό αριστούργημα του Μίκη Θεοδωράκη «Αγάπη μου» («Φαίδρα») και η συγκινητική ελεγεία του Σταύρου Ξαρχάκου «Να με θυμάσαι». Όλα αυτά τα σπουδαία τραγούδια γνώρισαν δεκάδες νεότερες επανεκτελέσεις, καμία όμως δεν μπορεί να συγκριθεί με την ερμηνεία της Μελίνας!
Το παρόν αφιέρωμά μας στη Μελίνα Μερκούρη θα επικεντρωθεί στην τραγουδιστική της ιδιότητα και ειδικότερα σε ηχογραφήσεις που πραγματοποίησε στα χρόνια της Επταετίας ευρισκόμενη μόνιμα στο εξωτερικό. Κατά κανόνα οι ηχογραφήσεις αυτές περιλάμβαναν διασκευασμένα ελληνικά τραγούδια που ερμήνευε στα γαλλικά ή στα ελληνικά, συχνά με στίχους προσαρμοσμένους στις περιστάσεις, για να εξυπηρετούν την καταγγελτική της διάθεση.
Το 1971 λοιπόν από την Polydor κυκλοφόρησε το γαλλόφωνο άλμπουμ «Je suis Grecque» («Είμαι Ρωμιά»), φράση που αποτέλεσε και το σήμα κατατεθέν της όλη εκείνη την περίοδο που ήταν αποκλεισμένη από την πατρίδα της. Το άλμπουμ περιλαμβάνει ένδεκα τραγούδια, τα περισσότερα σε δεύτερη εκτέλεση βασισμένα σε γνωστά ελληνικά τραγούδια των Μίκη Θεοδωράκη («Ο καημός», «Ο δικαστής», «Έχει ο θεός», «Σε πότισα ροδόσταμο») και Σταύρου Ξαρχάκου («Φύγαν τα παιδιά», «Στου Όθωνα τα χρόνια») μαζί με το παραδοσικό «Σαμιώτισσα» και δυο γαλλικές συνθέσεις του Joe Dassin (γιου του σκηνοθέτη) με γαλλικούς στίχους κυρίως του Claude Lemesle. Τις ενορχηστρώσεις και διασκευές επιμελήθηκε ο Alain Goraguer. Στη «Σαμιώτισσα» μάλιστα συμμετέχει φωνητικά και ο Αντώνης Καλογιάννης, ενώ στο γαλλικό «Le portugais» o Vincent Munro.
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)

.jpg)
.jpg)
.jpg)