Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Παράσταση ...βρυκολάκων

Σε πρόσφατο φύλλο της καλής τοπικής εβδομαδιαίας εφημερίδας ΚΑΣΤΟΡΙΑΝΗ ΕΣΤΙΑ δημοσιεύτηκε μια ανώνυμη καταγγελτική επιστολή που αφορούσε στη διοργάνωση της "Αλεξιάδας", της σειράς δηλαδή εκδηλώσεων που διοργάνωσε ο Δήμος Καστοριάς, ένα είδος βυζαντινού φεστιβάλ, στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων απελευθέρωσης της πόλης από τον οθωμανικό ζυγό. Δίνω λοιπόν πρώτα το κείμενο του άγνωστου επιστολογράφου κι αμέσως μετά μια δική μου απάντηση (με πλήρες όνομα στην υπογραφή) που επίσης δημοσιεύτηκε στην ίδια εφημερίδα μια βδομάδα αργότερα:  




Αλεξιάδα: «Ώδυνεν όρος και έτεκε …τι;»

Δεν μπορεί παρά να είναι θετικά διακείμενος κανείς ως προς τις προθέσεις του Δημάρ­χου και της Δημοτικής αρχής απέναντι στην πρωτοβουλία που είχαν να κάνουν την πολιτι­στική υπέρβαση με την ΑΛΕΞΙΑΔΑ. Πλην όμως, άλλο πράγμα οι προθέ­σεις και άλλο το αποτέ­λεσμα, ιδιαίτερα όταν η υλοποίησή του έχει σχέση με το δημόσιο χρήμα.
Καλές και άγιες οι προ­σωπικές φιλοδοξίες, αρκεί να έχουν μια ελά­χιστη ποιότητα, διαφορε­τικά κινδυνεύουν να παρεξηγηθούν κ. Δή­μαρχε.
Και προς αποφυγήν πα­ρεξηγήσεων δηλώνουμε ότι. Η πλήρης ανυπαρ­ξία πολιτισμού δεν αποτελεί καθ’ οιονδήποτε λόγο σωσίβιο σωτηρίας κάθε υποκειμενισμού. Επειδή, κάθε μορφή έκ­φρασης παράλληλα με το σώμα των ιερέων που γνωρίζουν (;) τι κά­νουν και γιατί το κάνουν χρειάζεται, και ένα σώμα πολιτών που να ξέρουν για ποιο λόγο γίνονται όλα όσα συμβαίνουν κ. Δήμαρχε. Και επειδή εμείς δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τις βαθύτερες ευαισθησίες, τα βαθύτερα νοήματα των όσων έλαβαν χώρα θα θέλαμε, εσείς ή κά­ποιοι που έχουν τη γνώση να μας εξηγή­σουν. Να εξηγήσουν σ’ εμάς τους απλούς θνη­τούς το περιεχόμενο των θαυμάτων τους!
Να μας εξηγήσουν, κατά πόσο συνάδει για παρά­δειγμα ο μεσαιωνικός με τον Βυζαντινό πολιτισμό, πως και πότε διαχωρίζο­νται χρονικά και πνευμα­τικά, δεδομένου ότι κάθε τι που διέφευγε του θεολογικού εκκλησιαστικού θεωρείτο παγανισμός
επί βυζαντίου. Τι είναι και πως εκφράζεται ο Βυζαντινός πολιτισμός δηλαδή. Ποια τα ποιο­τικά χαρακτηριστικά του, και που, σε τι εξαντλεί­ται; Στους αρχιερατικούς εσπερινούς και λειτουρ­γίες ή στην ήσσονος καλλιτεχνικής πληρότη­τας βυζαντινή χορωδία της Αρχιεπισκοπής Αθη­νών;
(Ποια η σκοπιμότητα εμπλοκής της εκκλησίας η οποία και κυριάρχησε αλήθεια;)
Μήπως θα έπρεπε να πληροφορήσει κάποιος, εσείς κ. Δήμαρχε, τους υπευθύνους, ότι ένας από τους πλέον έγκυ­ρους σύγχρονους εκ­προσώπους του βυζαντινού μουσικού πολιτισμού είναι ο συν­θέτης Χρ. Χάλαρης αλλά και ο Κίμων Καράς επί­σης, μια συναυλία του οποίου, των οποίων θα δικαίωνε τον όρο;
Αλλά και ο Δυτικός Με­σαιωνικός πολιτισμός τι είναι για σας και πως εκ­φράζεται κ. Δήμαρχε;
Δια των τυμπανοκρου­σιών και παρελάσεων με ήσσονος σημασίας ενδυματολογικές παρου­σίες ή δια των εφίππων Σταυροφόρων η εικόνα των οποίων δημιούρ­γησε τραυματικά συναι­σθήματα στους πιστούς, φέρνοντας στην επιφά­νεια το 1204, την άλωση και την λεηλασία της βα­σιλεύουσας.
Θα περιμέναμε αν μη τι άλλο ένα ελάχιστο δείγμα Μεσαιωνικού πο­λιτισμού από τους υπευ­θύνους κ. Δήμαρχε. 1-2 κουαρτέτα μεσαιωνικής μουσικής για παρά­δειγμα. Μια μικρή όπερα, και αν όχι, του­λάχιστο 1-2 λυρικές φωνές που θα ερμή­νευαν άριες της εποχής.
Όμως αντί για αυτό τι εί­δαμε; Είδαμε τον Αηδονίδη να επωμίζεται, ποιη­τική αδεία, το βάρος σύνδεσης σημερινού και βυζαντινού πολιτι­σμού με μια, εμβόλιμη, ποιητική και πάλι αδεία, παρουσία επί σκηνής του Κ. Καβάφη.
Ποιητική αδεία όλα επι­τρέπονται κ.Δήμαρχε, αρκεί να υπάρχει πίσω τους ελάχιστη ποίηση που να δικαιολογεί την ύπαρξή τους, διαφορε­τικά, κάθε μορφή καλλι­τεχνικής έκφρασης, χωρίς αισθητικό, διανοη­τικό περιεχόμενο κατα­λήγει ματαιοδοξία.
Ποιο δόκιμο θα ήταν να συναντήσει τον Αθ. Χριστόπουλο, έναν εξέχοντα ποιητή του ρομαντισμού γόνο της πόλης παρά τον Κ. Κα­βάφη.
Αν γίνεται ειδική ανα­φορά στο μουσικό θεα­τρικό δρώμενο, γίνεται γιατί ήταν το μόνο που πληρούσε τις ελάχιστες σκηνικές και αισθητικές προδιαγραφές, σε αντί­θεση με όλα τα υπό­λοιπα που έλαβαν χώρα τα οποία είχαν παντελή έλλειψη αισθη­τικής, στερούνταν σοβα­ρότητας και ήταν ως μη γενόμενα, παντελώς ανύπαρκτα.
Θα δικαιολογούσε βέ­βαια κανείς την εμμονή στις Δυτικές αναφορές τις οποίες δεν είδαμε δυστυχώς, αν αυτό συν­δυαζόταν με κάποιες Βαλκανικές αναφορές, παρουσίες κ. Δήμαρχε.
Η παντελής απουσία Βαλκανικής αναφοράς όμως, αποδεικνύει όχι μόνο την ανυπαρξία προβληματισμού, αλλά και μια πολιτική οριοθέτηση των υπευθύνων, για να μην μιλήσουμε για ελλιπή ιστορική γνώση του πολιτισμού των Βαλκανίων μέρος των οποίων υπήρξε και είναι η ευρύτερη πε­ριοχή και η πόλη μας ιδιαίτερα.
Η απουσία ενός τέτοιου άξονα αποδυνάμωσε εν τη γενέσι του το όλο εγ­χείρημα. Οι στρατηγικές είναι, θα πρέπει να είναι, μείζονα αιτήματα μιας Δημοτικής αρχής που στην προκειμένη περί­πτωση απουσίαζε πα­ντελώς, πέφτοντας θύμα πιθανώς της καλής προαίρεσης των ημετέρων.
Δυστυχώς το βάρος του εγχειρήματος ήταν μεγα­λύτερο των δυνατοτήτων για μια αίσια έκβαση που θα δικαίωνε τις ευ- γενείς προθέσεις και τις προσωπικές επιλογές των κρατούντων, που, ως άλλοι από μηχανής θεοί, θα επέφεραν την προσδοκώμενη πολιτι­στική αναγέννηση της πόλης!
Πιστεύουμε ότι θα συμ­φωνείτε πως, η, με το έτσι θέλω τοποθέτηση και αναγόρευση σε μεί­ζονα καλλιτεχνικά υπο­κείμενα των υμετέρων δεν εκφράζει μια δημο­κρατική πολιτεία κ. Δή­μαρχε. Η Αυλές και οι Αυλικοί δεν ήταν μέρος των προγραμματικών σας δεσμεύσεων.. Δυστυχώς, αυτό που εί­δαμε, ούτε φεστιβάλ ήταν, ούτε πολιτισμός, μάλλον με πανηγύρι χα­μηλής ποιότητος, θέαμα για πληβείους έμοιαζε περισσότερο, παρά με ότι τόσο επίμονα αναγ­γέλθηκε.
Λυπούμαστε γιατί είμα­στε λιγότερο αυστηροί από όσο θα έπρεπε, καθώς το θέαμα ήταν επιεικώς απαράδεκτο, τόσο, που άγγιζε τα όρια της ύβρεως, καθώς το χαρακτήριζε μια Βαβυλωνιακή σύγχυση, και έλλειψη σεβασμού προς την πόλη και τους πολί­τες της.
Ευθύνη μας όμως είναι η αλήθεια και η προστα­σία της αξιοπρέπειας της πόλης και των πολι­τών όπως αναφέρθηκε.
Για οργάνωση και σεβα­σμό στον πολίτη ουδείς λόγος βέβαια!

Επιστολή πολίτη στην εφημερίδα ΚΑΣΤΟΡΙΑΝΗ ΕΣΤΙΑ (20-9-2012)
 ________________________________________________________

Κι εδώ η δική μου απάντηση:

 
Παράσταση βρυκολάκων…

Τακτικός αναγνώστης της «Καστοριανής Εστίας», που χρόνια τώρα εκδίδει με θαυμαστό μεράκι ο φίλτατος Δημήτρης Ιατρίδης, συχνά διαβάζω κείμενα, άρθρα, χρονογραφήματα ή και επιστολές αναγνωστών που μου κινούν το ενδιαφέρον ή, έστω, την περιέργεια, άλλοτε από τον ευφάνταστο τίτλο τους κι άλλοτε από αυτό και μόνο το όνομα του υπογράφοντος. Και βεβαίως ουδείς έχει το δικαίωμα να εμποδίσει τον καθένα να εκφράζει τις απόψεις του ή να ασκεί κριτική, ακόμη και με μαχητικό κι επιθετικό τρόπο, αρκεί να τηρεί τον στοιχειώδη κι αυτονόητο κανόνα: Να υπογράφει τα κείμενά του!
Στο τελευταίο λοιπόν φύλλο της εφημερίδας έπεσε το μάτι μου σ’ ένα τέτοιο κείμενο με τον αβανταδόρικο τίτλο «Ώδυνεν όρος και έτεκεν …τι;». Το διάβασα με έντονο ενδιαφέρον, καθώς διαπίστωσα από την πρώτη κιόλας παράγραφο (όπως πράγματι πρέπει να συμβαίνει σ’ ένα σωστά δομημένο κείμενο) ότι αναφερόταν σ’ ένα σημαντικό θέμα της τοπικής επικαιρότητας, αυτό της διαβόητης «Αλεξιάδας» που τόσο θόρυβο προκάλεσε και τόσα αντικρουόμενα σχόλια, τα περισσότερα – δικαίως – επικριτικά. Δυστυχώς το κείμενο ήταν ανυπόγραφο κι έτσι δε στάθηκε δυνατόν να εκτιμήσω επαρκώς τις προθέσεις του γράφοντος, δεδομένου ότι συχνά πίσω από έναν επικριτικό σχολιασμό, φαινομενικά εύστοχο, υποκρύπτονται διαβλητές προθέσεις και υποκειμενικές υστεροβουλίες.
Χωρίς λοιπόν να αισθάνομαι την ανάγκη να διαδηλώσω τις δικές μου καθαρές προθέσεις (κρίνονται κι αυτές άλλωστε απ’ τον καθένα) και πάντως χωρίς ανιχνεύσιμη υστεροβουλία, μιας και μου είναι άγνωστος ο συντάκτης της επιστολής, σπεύδω μετά λύπης μου να υποδυθώ τον συνήγορο του διαβόλου για μια διοργάνωση που πράγματι αξιολογήθηκε αρνητικά από την κοινή γνώμη, αλλά στο εν λόγω κείμενο αξιοποιήθηκε ως αφορμή για επίδειξη ιστοριογνωσίας και ανώτερης αισθητικής αντίληψης!
Πρώτα πρώτα το κείμενο μου προκάλεσε εκνευρισμό με την επιτηδευμένη γλωσσική του λογιοσύνη που ατυχώς δεν συγκάλυψε κάποιες εκφραστικές ασυναρτησίες (π.χ. «…στην ήσσονος καλλιτεχνικής πληρότητας βυζαντινή χορωδία…») ή ανοίκεια εκφραστικά σχήματα (π.χ. «έλαβε χώρα», έκφραση μη ελληνική μεταφερμένη από δυτικόπληκτους λόγιους στα καθ’ ημάς από την αγγλική).
Επί της ουσίας όμως, δηλαδή στο επίπεδο των προτάσεων, το κείμενο εξετράπη σε κενολογίες και φαιδρούς αναχρονισμούς προτείνοντας, ας πούμε, ένα είδος παράστασης …βρυκολάκων, μιας και ο …Κίμων Καράς, που προβάλλεται ως κύρια πρόταση του επιστολογράφου - υποθέτω πως δεν αποτελεί πρόσωπο μυθοπλαστικού παροξυσμού, αλλά πρόκειται για τον ογκόλιθο της εκκλησιαστικής και δημοτικής μας παράδοσης Σίμωνα Καρά* - είναι βέβαιο ότι θα αρνούνταν την …τιμητική πρόσκληση, όχι από αγένεια, αλλά γιατί ήδη έχει εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο προ πολλών ετών πλήρης ημερών!  Η υποτιμητική αναφορά στον έτερο, εν ζωή αυτή τη φορά, ογκόλιθο της παράδοσής μας Χρόνη Αηδονίδη αποτελεί ούτως ή άλλως αυταπόδεικτη ύβρη και την αντιπαρέρχομαι! Διάβασα επίσης πρόταση για μεσαιωνικά κουαρτέτα και όπερες, αν και στην ιστορία της μουσικής οι συγκεκριμένες φόρμες χρονολογούνται μετά τον 17ο αιώνα! Η όπερα, καθαρώς ιταλικό δημιούργημα (με αρχαιοελληνικά πρότυπα), έχει ως επίσημη αφετηρία της το έτος 1607 με τον «Ορφέα» του Claudio Monteverdi. Κι ακόμη χειρότερα: Ο πρωτοπόρος διαφωτιστής ποιητής του τόπου μας Αθανάσιος Χριστόπουλος ουδεμία φυσικά σχέση είχε με το μεταγενέστερο και παρακμιακό ρεύμα του νοσηρού ρομαντισμού της πρώτης αθηναϊκής σχολής που καλλιέργησαν οι Σούτσοι, ο Ραγκαβής, ο Αχιλλέας Παράσχος και λοιποί Φαναριώτες ευγενείς!
Κι επειδή το ύφος υποκρύπτει ήθος, δεν μπορώ παρά να εκφράσω την ενόχλησή μου για την επιδεικτική υπεροψία του άγνωστου συντάκτη της επιστολής. Αναρωτιέμαι λοιπόν με μελαγχολία: Η ταπεινότητα των κορυφαίων διανοητών αυτού του τόπου (Ρίτσος, Ελύτης, Γκάτσος, Αναγνωστάκης…) δεν μας έχει πια διδάξει τίποτε;
Δ. Κ., φιλόλογος

_____________________________________________________________________

* Ο Σίμων Καράς (1903-1999) ήταν μουσικολόγος και ερευνητής της Ελληνικής μουσικής παράδοσης και κληρονομιάς. Πολλοί θεωρούν ότι χάρη στην πολύχρονη και επίπονη ερευνητική του προσπάθεια διασώθηκε ένα μεγάλο κομμάτι της παραδοσιακής μουσικής, την οποία κατέγραψε σε όλο το φάσμα της ελληνικής επικράτειας.
Γεννήθηκε το 1903 στο χωριό Λέπρεον (Στροβίτσι η παλαιότερη ονομασία) του νομού Ηλείας. Από πολύ νεαρή ηλικία ξεκίνησε η μύηση του στη μουσική, από τον πατέρα του που έπαιζε ταμπουρά και τον ιερέα του χωριού παπα-Στάθη Λαμπρινόπουλο που του έμαθε και τα πρώτα γράμματα και τον ενθάρρυνε να συνεχίσει τις μουσικές σπουδές του.
Ο Σίμων Καράς ήρθε στην Αθήνα το 1921 έχοντας εισαχθεί στη Νομική Σχολή, την οποία τελείωσε χωρίς να πάρει το πτυχίο. Ο ίδιος ξεκίνησε τις προσωπικές του μουσικές σπουδές και έρευνες εκτός του χώρου των οργανωμένων ωδείων, να μελετά τα θεωρητικά έργα των Αρχαίων Ελλήνων, των Βυζαντινών και μεταβυζαντινών συγγραφέων, αναζητά, αποκρυπτογραφεί και ερμηνεύει παλιά μουσικά χειρόγραφα βιβλιοθηκών όπως του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, του Αγίου Όρους της Εθνικής Βιβλιοθήκης κ.α. Έτσι καταφέρνει και γίνεται βαθμιαία ως ένας μοναδικός αυτοδίδακτος μουσικοδιδάσκαλος.
Από το 1931 μέχρι το 1934, ο Καράς ήταν ψάλτης στο εκκλησάκι του Προφήτη Ελισσαίου στο Μοναστηράκι της Αθήνας. Το 1929 είχε ιδρύσει το Σύλλογο προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής, στον οποίο ανέπτυξε μέχρι το τέλος της ζωής του μία πολύπλευρη και σημαντική δραστηριότητα, στην ψαλτική τέχνη και στο δημοτικό τραγούδι με Σχολή έξι ετών και εντελώς δωρεάν φοίτηση, την Εκκλησιαστική Χορωδία και τη Μεικτή Χορωδία Εθνικών Τραγουδιών, και τέλος χορευτική ομάδα.
Οι χορωδίες του συλλόγου είχαν πολλές εμφανίσεις στην εκπομπή Ελληνικοί Αντίλαλοι, την οποία παρουσίαζε ο ίδιος ο Σίμων Καράς με θέμα πάντα την παραδοσιακή μουσική από όλη την Ελλάδα, από τη χρονιά ίδρυσης του Ε.Ι.Ρ. (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) το 1937 μέχρι το 1972. Έχει εκδώσει μεγάλο αριθμό βιβλίων και δίσκων κυρίως από το 1972 και εξής.
Έχει πραγματοποιήσει σε όλη την Ελλάδα καταγραφή των δημοτικών τραγουδιών με κασσετόφωνο τα οποία κυκλοφόρησαν σε δίσκους καθώς επίσης όλες τις Ακολουθίες και τους Ύμνους της Εκκλησίας. Πέθανε το 1999 σε ηλικία 96 ετών.
(Πηγή: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Γιώργος Μονεμβασίτης: Αλέξης Σολομός - Μάνος Χατζιδάκις

Χθες έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος θεατράνθρωπος Αλέξης Σολομός (1918-2012). Με αφορμή αυτό το γεγονός ο εκλεκτός ιστότοπος ΜΟΥΣΙΚΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ δημοσιεύει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του Γιώργου Β. Μονεμβασίτη προερχόμενο από παλιότερη εισήγησή του (19 Ιανουαρίου 2004) στην Αίθουσα Λόγου της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, στη Στοά του Βιβλίου, για λογαριασμό του Κέντρου Αρχαίου Δράματος στο πλαίσιο ενός κύκλου συμποσίων με γενικό θέμα "Η ερμηνεία του Αρχαίου Ελληνικού Δράματος στον 20ό αιώνα: Η ματιά του σκηνοθέτη".


Αλέξης Σολομός – Μάνος Χατζιδάκις
Εκλεκτικές συγγένειες Θεάτρου και Μουσικής
του Γιώργου Β. Μονεμβασίτη


 (Αλέξης Σολομός)
 Από τη στιγμή της εμφάνισής της η τέχνη του Θεάτρου υπήρξε αρρήκτως συνδεδεμένη όχι μόνον με την κίνηση του σώματος, αλλά και με αυτήν την κίνηση των ήχων· με την τέχνη της μουσικής δηλαδή. Και δεν εννοούμε απλώς τον τραγουδιστό τρόπο ομιλίας, που και αυτός μουσική είναι, αλλά την αυτοδύναμη και αυθύπαρκτη  τέχνη των ήχων. Ο χορός του αρχαίου δράματος ερωτοτροπεί διαρκώς με τη μουσική, πέραν μάλιστα του συμβολικού.
Η σύζευξη αυτή παρακολούθησε, προφανώς,  την πορεία  του θεάτρου μέχρι σήμερα, με πολλούς σημαντικούς σταθμούς όπως η εμφάνιση της όπερας, οι παρεμβάσεις του Ρίχαρντ Βάγκνερ, που θέλησε το λυρικό δράμα Gesamtkunst – ολοκληρωμένη δηλαδή τέχνη –, η καθιέρωση του δημοφιλέστατου στον 20ο αιώνα μουσικού θεάτρου, του μιούζικαλ δηλαδή.
Η συμβολή ενός μουσουργού  στον επαναπροσδιορισμό και την ανάδειξη των δομικών και λειτουργικών στοιχείων ενός θεατρικού έργου, στη διαδικασία της ερμηνείας του σε παράσταση, μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά κρίσιμη. Πολλές παραστάσεις διατηρούνται στη μνήμη ή ανακαλείται σε αυτήν το ιστορικό τους, χάρη στη μουσική που πλάστηκε για αυτές.
Η σύνθεση μουσικής για ένα θεατρικό έργο αποτελεί πρόκληση μεγάλη για τον όποιο συνθέτη. Η έννοια σκηνική μουσική πήρε άλλες διαστάσεις με την εμφάνιση του ρομαντισμού· για παράσταση του Έγκμοντ του Γκέτε συνέθεσε ο Μπετόβεν το 1810 την περίφημη εισαγωγή του. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1823, ο Φραντς Σούμπερτ συνέθεσε συναρπαστική μουσική για τη σκηνική παρουσίαση του ρομαντικού δράματος της Χελμίνα φον Τσέζι Ροζαμούνδη η Πριγκίπισσα της Κύπρου. Τα θεατρικά αυτά έργα, τα οποία γέννησαν τη μουσική, ελάχιστοι σήμερα τα γνωρίζουν και  τα αναγνωρίζουν. Τις μουσικές πάμπολλοι, χάριν, βεβαίως, και των ηχογραφήσεων. Αρκεί να σκεφτούμε ότι υπάρχουν σήμερα διαθέσιμες στην αγορά περισσότερες από 100 διαφορετικές δισκογραφημένες ερμηνείες της εισαγωγής Έγκμοντ του Μπετόβεν. Ικανός αριθμός τέτοιων παραδειγμάτων θα μπορούσε να αναφερθεί. Δεν αποτελεί όμως αυτό τον σκοπό τούτης της ομιλίας.
Σκοπός της είναι η σχέση του θεατρικού Αλέξη Σολομού, εξαίρετου σκηνοθέτη και υπηρέτη του θεάτρου, που σήμερα τιμούμε,  με το μουσικό Μάνο Χατζιδάκι. Άλλοι καταλληλότεροι από εμένα έχουν παρουσιάσει ή θα παρουσιάσουν τις ειδικές πτυχές του θεατρικού Αλέξη Σολομού και πλέον συγκεκριμένα τη σχέση του, ως σκηνοθέτη, με το Αρχαίο Δράμα. Ως αρμοδιότερος, εγώ θα εστιάσω τη σκέψη και το λόγο μου στο μουσικό-θεατρικό Μάνο Χατζιδάκι.
Αν το καλοσκεφτούμε ο Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε ο θεατρικότερος μουσουργός της νεότερης Ελλάδας. Η εκτίμηση αυτή ενδυναμώνεται από τρεις συνιστώσες: α) της παραγωγής, β) της ποιότητας και γ) της ίδιας της θεατρικότητας.
Αν αποτιμήσουμε αριθμητικά τη σκηνική μουσική την οποία συνέθεσε ο Μάνος Χατζιδάκις στη διάρκεια της επίγειας φωτεινής διαδρομής του καταλήγουμε στα ακόλουθα  δεδομένα:
 - 8 Μουσικές Παραστάσεις
- 14 Μουσικές Μπαλέτου
- 11 Μουσικές για Παραστάσεις Αρχαίου Δράματος – και Κωμωδίας, βεβαίως, και
- 49 Μουσικές για Παραστάσεις Θεατρικών Έργων – οι δυο μάλιστα από αυτές για πέντε μονόπρακτα.
Σύνολο: 90 έργα μουσικής πλασμένα για το θέατρο ή το χοροθέατρο. 
Για να τεκμηριώσουμε την ποιότητα του έργου του αυτού, αρκεί να αναφέρουμε, χωρίς ιδιαίτερα σχόλια, μερικούς τίτλους: Ματωμένος Γάμος, Λεωφορείον ο Πόθος, Ο κύκλος με την κιμωλία, Παραμύθι χωρίς όνομα, Απόψε αυτοσχεδιάζουμε, Καπετάν Μιχάλης, Οδός Ονείρων, Καίσαρ και Κλεοπάτρα, Πορνογραφία, Έξι λαϊκές ζωγραφιές, Το καταραμένο φίδι, Λυσιστράτη, Όρνιθες… μερικά είπα και το παράκανα. Παρασύρθηκα. Αλλά σκεφτείτε. Ποιος δεν έχει τραγουδήσει, δεν έχει σιγοψιθυρίσει, δεν έχει αγαπήσει τη μουσική του για τα έργα αυτά;
Για να αντιληφθούμε τη θεατρικότητα της μουσικής του Μάνου Χατζιδάκι δεν είναι ανάγκη να καταφύγουμε σε τούτες τις θεατρικές μουσικές του, όπου αυτή εξ ορισμού ενυπάρχει. Η κάθε μουσική του, το κάθε τραγούδι του, ακόμη και αυτό το ελάχιστο τρίλεπτο τεχνούργημα, αναβλύζει θεατρικότητα. Το καθένα τους ήταν, είναι, θα είναι ένα θεατρικό μονόπρακτο. Ας επικεντρώσουμε την προσοχή μας στα άκρα. Το πιο λαϊκό, ίσως, τραγούδι του το «Γαρύφαλλο στ’ αυτί» και το, ίσως, πιο λόγιο, το «Με την πρώτη σταγόνα της βροχής» σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη. Μην ξεγελαστείτε από την αναμφίβολη θεατρικότητα του λόγου. Ξεπεράστε τον, ξεχάστε τον και αναζητείστε το απόλυτο άγγιγμα της καθαρής μουσικής. Θεατρικότητα θεσπέσια και ασυναγώνιστη.
Ας περιοριστούμε όμως στις αμιγώς θεατρικές μουσικές του Μάνου Χατζιδάκι και μάλιστα σε αυτές για τις οποίες συνεργάστηκε με τον απόψε τιμώμενο Αλέξη Σολομό. Σε 15 από τις καταμετρημένες μουσικές που έπλασε ο συνθέτης για το θέατρο συνεργάστηκε με τον Αλέξη Σολομό. Ο ρόλος του τελευταίου δεν ήταν πάντοτε αυτός του σκηνοθέτη. Σε μια παράσταση υπήρξε ο συγγραφέας του έργου, σε μια άλλη ο μεταφραστής του, ενώ σε μια τρίτη συνέβαλλε ως στιχουργός. Πρέπει πάντως να επισημανθεί, εξ αρχής μάλιστα, ότι η συνεργασία των δυο επιφανών ανδρών υπήρξε καταλυτική για τον Μάνο Χατζιδάκι, μια και δυο από τους σταθμούς της, σηματοδότησαν ή και οριοθέτησαν την καλλιτεχνική του σταδιοδρομία.
Η πρώτη φορά που το όνομα του Μάνου Χατζιδάκι εμφανίζεται με την ιδιότητα του δημιουργού στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, είναι το 1944. Συνέθεσε τότε τραγούδια για το θεατρικό έργο Ο τελευταίος Ασπροκόρακας, το οποίο παρουσιάστηκε σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν από το Θέατρο Τέχνης. Γνωρίζετε ποιος ήταν ο συγγραφέας του έργου αυτού; Ο αγαπητός κ. Αλέξης Σολομός. Ο Μάνος Χατζιδάκις θεωρούσε σημαντικότερη θεατρική στιγμή του, την Οδό Ονείρων. Κύριος συνεργάτης του στο επίπεδο των σκηνοθετικών παρεμβάσεων, αλλά και κειμενογράφος ήταν, ποιος άλλος; Ο αγαπητός κ. Αλέξης Σολομός.
Ας προσεγγίσουμε όμως την ιστορία της συνεργασίας τους εξελικτικά. Η επόμενη φορά μετά τον Τελευταίο Ασπροκόρακα που συνεργάστηκαν Αλέξης Σολομός και Μάνος Χατζιδάκις ήταν το 1945, όταν η κ. Κατερίνα αποφάσισε να ανεβάσει με το θίασό της, τη σύγχρονη τραγωδία του Ευγένιου Ο’ Νιλ Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα. Το αποφάσισε συγκινημένη από τη μετάφραση του Αλέξη Σολομού. Δεν σκηνοθέτησε αυτός την παράσταση, αλλά ο Ντίνος Γιαννόπουλος. Κατά την προετοιμασία του έργου η Κατερίνα Ανδρεάδη αναζητούσε εκείνον που θα συνέθετε την ταιριαστή με τη δραματική ένταση του έργου μουσική. Ο Αλέξης Σολομός δε δίστασε να της υποδείξει τον άγνωστο τότε Μάνο Χατζιδάκι.
Τετράχρονη απουσία του Α.Σ. στο εξωτερικό εμπόδισε τη συνέχιση της συνεργασίας σε πιο δημιουργικό επίπεδο. Πάντως το 1950, καθώς ο Μάνος Χατζιδάκις συνέθετε τη μουσική για το μπαλέτο Το καταραμένο φίδι, χρησιμοποίησε για το ένα από τα δυο τραγούδια του, «Άρια για το φιδάκι» το ονόμασε, στίχους γραμμένους από τον Αλέξη Σολομό.  Η ποθητή στιγμή της μεγάλης συνεργασίας έφτασε προς τα τέλη του 1950, όταν ο Α.Σ. σκηνοθέτησε στο Εθνικό Θέατρο την παρουσίαση του έργου Αγία Ιωάννα του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο. Ο σκηνοθέτης αναζήτησε αμέσως το μουσικό που αντιλαμβανόταν ότι μπορούσε να εμπιστευτεί, και εκείνος δεν πρόδωσε τις προσδοκίες του, αφού έπλασε μουσική για μικρή ομάδα οργάνων η οποία ανταποκρινόταν απολύτως στα κελεύσματα του θεατρικού μύθου. Ωστόσο και το έργο ήταν δύσκολο και η μουσική είχε αμιγώς θεατρικό χαρακτήρα. Έτσι η συνεργασία, ενώ ευτύχησε, δεν απέδωσε την αιωνιότητα. Η υπομονή διάρκεσε μέχρι το 1956. Εθνικό Θέατρο ξανά και τούτη τη φορά Εκκλησιάζουσες του πάντοτε νεανικού, σύγχρονου και επίκαιρου Αριστοφάνη. Για την Επίδαυρο και το Ηρώδειο η προετοιμασία, με πρωταγωνιστές τη Μαίρη Αρώνη και τον Χριστόφορο Νέζερ. Ο Μάνος Χατζιδάκις συνέθεσε μουσική για μικρή ορχήστρα και γυναικεία χορωδία, το χορό δηλαδή. Στο λαϊκό λόγο του Αριστοφάνη, αντιτάσσει λαϊκό μουσικό λόγο. Και αυτό, κατά πως φαίνεται, δεν άρεσε πολύ στους κριτές της παράστασης που είχαν παρωπίδες και μικροαστικές αντιλήψεις. Οι απαλλαγμένοι όμως από τις προκαταλήψεις χαίρονται πραγματικά το όμορφο σμίξιμο της μουσικής με το μύθο.
Η μαρτυρία του σκηνοθέτη είναι ανάγλυφη:
«...Η θριαμβευτική εισβολή του Χατζιδάκι στο Εθνικό Θέατρο άρχισε στα 1956, με την τραγική «Μήδεια» και τις κωμικές ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΕΣ. Μοιάζει σωστό θαύμα -όπως μου είχε θυμίσει και ο ίδιος- που το σεβάσμιο Διοικητικό Συμβούλιο της Κρατικής Σκηνής έδωσε πράσινο φως για την πρώτη μας εκείνη Αριστοφανική εξόρμηση, κι ακόμα μεγαλύτερο θαύμα για να τη συνεχίσουμε με τη «Λυσιστράτη», τις «Θεσμοφοριάζουσες», τους «Βατράχους» και τον «Κύκλωπα» του Ευριπίδη στα κατοπινά χρόνια ...Ωστόσο, από μερικούς η υποδοχή του Αριστοφάνη δεν έγινε μετά Βαΐων και κλάδων. Κι ενώ το γέλιο και τα χειροκροτήματα τράνταζαν το θέατρο της Επιδαύρου απ΄ τα θεμέλια του, υπήρχε κι η μειοψηφία των «ορθοφρονούντων» που διατείνονταν πως τα έργα του Αριστοφάνη δεν πρέπει να παίζονται, αλλά μονάχα ... να διαβάζονται...».
Την επόμενη χρονιά, με ίδιες προδιαγραφές παρουσιάζεται η Λυσιστράτη. Οι … «ορθοφρονούντες» μπορεί να διαμαρτύρονται ξανά, σημασία έχει όμως ότι οι ακροατές ευτυχισμένοι μετά το τέλος της παράστασης τραγουδούν: «Ένα μύθο θα σας πω….». Στο ρυθμό του τσάμικου, παρακαλώ! 
Στην περίπτωση αυτή ερανιζόμαστε τη μαρτυρία του συνθέτη:
«Τω καιρώ εκείνω, που με τον Σολομό, τον Βακαλό και την Αρώνη ανεβάσαμε τη ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ -μάλλον διάσημη για την ιδέα της κι ασήμαντη σαν έργο - επαίξαμε κι οι τρεις. Έπαιξε ακόμη διασκεδάζοντας μαζί μας κι ο αξέχαστος Γενικός τότε του Εθνικού και φίλος μου, Αιμίλιος Χουρμούζιος. Κι επειδή είχαμε ταλέντο, το παιχνίδι μας καλωσορίστηκε μ΄ ενθουσιασμό από τους θεατές.»
Η επιτυχία της Λυσιστράτης φέρνει την επόμενη χρονιά, το 1958 δηλαδή, νέα συνεργασία. Θεσμοφοριάζουσες,  τη φορά αυτή. Για μικτή χορωδία και ορχήστρα η νέα μουσική, στην οποία ο συνθέτης δίδει τον αρ. 13 στον επίσημο κατάλογο των έργων του – η μουσική για τη Λυσιστράτη είναι το έργο 11. Ο Μάνος Χατζιδάκις βρίσκει την ευκαιρία – και δεν την αφήνει βεβαίως ανεκμετάλλευτη – να σχολιάσει, με το γνωστό απολαυστικό λόγο του, τη σχέση του με τους αρχαίους:
«...με τις κωμωδίες του Αριστοφάνη συνδεόμεθα μέσα απ΄ τα διατηρηθέντα ελαττώματα της φυλής, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με τους αρχαίους τραγικούς. Διαβάζοντας Αριστοφάνη, μόνο τότε νοιώθω 3000 ετών Έλλην. Ενώ ο Σοφοκλής, για παράδειγμα, φανερώνει την ανθρώπινη ανωριμότητα μου και το δρόμο που έχω να διανύσω ίσαμε την ολική αποδοχή του».
Την ίδια χρονιά, 1958, Μάνος Χατζιδάκις και Αλέξης Σολομός συνεργάζονται, στη χειμερινή περίοδο, για το Σεξπιρικό Οθέλλο  στο Εθνικό. Θάνος Κωτσόπουλος και Άννα Συνοδινού στους κύριους ρόλους. Οθέλλος και Δυσδαιμόνα,  δηλαδή. Το επόμενο καλοκαίρι η χαρά της συνεργασίας είναι διπλή. Για Επίδαυρο και Ηρώδειο, πάντα με το Εθνικό, ετοιμάζουν Βάτραχους του Αριστοφάνη και Κύκλωπα του Ευριπίδη. Το χειμερινό Εθνικό τους ξαναενώνει με τη Δόνα Ροζίτα του Λόρκα. Από την εξαίσια  μουσική της παράστασης ανθίζει ένα μυρωδάτο «Τριαντάφυλλο». Η κυρία Συνοδινού προφανώς το θυμάται καλά.

 (Διαφημιστική καταχώρηση για την "Οδό Ονείρων"
Πηγή: Ρένα Βλαχοπούλου blog)
 Φτάσαμε στο καλοκαίρι του 1960. Ηρώδειο και Ερωφίλη-Βάσω Μανωλίδου δίνουν νέα ζωή στο λόγο του Χορτάτζη. Εθνικό στην παραγωγή, Αλέξης Σολομός και Μάνος Χατζιδάκις στις επάλξεις για μιαν εισέτι φορά. Σπουδαία θεατρική μουσική που αναίτια έχει μείνει στην αφάνεια. Όπως και εκείνη που συνέθεσε ο Μάνος Χατζιδάκις το καλοκαίρι του 1962 για την κατά Αλέξη Σολομό τραγωδία του Καζαντζάκη Η Μέλισσα. Ηρώδειο και Εθνικό ξανά. Επισκιάστηκε τούτη η τελευταία ίσως, μια και στις 14 Ιουνίου, στο Θέατρο Μετροπόλιταν της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, πρωτοπαρουσιάστηκε η ανεπανάληπτη μουσικοθεατρική νωπογραφία μιας Ελλάδας που ξεθωριάζει,  μιας Ελλάδας που που χάνεται. Ποιος αλήθεια από εκείνους τους τυχερούς που παρακολούθησαν την παράσταση δεν ένοιωσε να βρίσκεται στη δική του Οδό Ονείρων;  Στην παράσταση αυτή εκτός από τον άλλο μόχθο του ο Αλέξης Σολομός συνεισέφερε και τον στιχουργικό του οίστρο. Για δεύτερη και τελευταία φορά; Δεν το γνωρίζω. Ας μας το επιβεβαιώσει ο ίδιος. Ένα ιδιαίτερο τραγούδι γεννήθηκε, πάντως,  για την παράσταση που φέρει και τη δική του υπογραφή. Δεν είναι άλλο από τις περίφημες «Αδελφές Τατά». Κάποιοι το θέλησαν μουσική παρωδία του γνωστού μυθιστορήματος της Άγκαθα Κρίστι Δέκα Μικροί Νέγροι. Κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι μια σύγχρονη μινιατούρα τραγωδίας. Θυμηθείτε: «Μα η Μοίρα κυβερνά, και δεν έμεινε καμιά…». Η Οδός Ονείρων αποτέλεσε το opus 20 του Μάνου Χατζιδάκι. Εξαργυρώθηκε ως το κορυφαίο μουσικοθεατρικό γνήσια ελληνικό έργο.
Το επόμενο δημιούργημα στον κατάλογο των έργων του Μάνου Χατζιδάκι, το έργο 21 δηλαδή, έμελλε να είναι και το κύκνειο άσμα της συνεργασίας των δυο θεατρανθρώπων. Περίοδος 1962-1963. Καίσαρας και Κλεοπάτρα του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο. Στο Ρεξ με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Για ποικίλους λόγους η παράσταση, παρά  τις προσδοκίες, ατύχησε.
Γλαφυρός ο λόγος του Μ.Χ.
«...Μια μουσική όχι τόσον άνετη για εύκολη τέρψη θεατού, με απηχήσεις διανοουμενίστικου ευρωπαϊκού καφενείου κείνης της εποχής, σκηνικά και κοστούμια του Εγγονόπουλου, υπέροχα ζωγραφικά και γνήσια θεατρικά, αλλά χωρίς την επιθεωρησιακής υφής χλιδή που απαιτούσαν οι τότε ελληνικοί καιροί σε μια υπερπαραγωγή, σκηνοθεσία Σολομού με κλασσικές προδιαγραφές αλλά και με εμπνευσμένες αυθαιρεσίες (δεν είχαν φανεί ακόμα οι νεώτεροι σκηνοθέτες μας για να μας συνηθίσουν) και τέλος μια Αλίκη με κατάμαυρα μαλλιά, πανέμορφη μεν, αλλά όχι ξανθιά ...»
Σε αυτό το σημείο ολοκληρώθηκε η ευτυχισμένη συνεργασία των δυο επιφανών δημιουργών. Ιδού, όμως, πως την περιγράφει, ως Μελωδική Ανάμνηση, ο εκ των δυο παρών:
 «Τη στερνή χρονιά της γερμανικής κατοχής, όταν ο Κουν μου έκανε την τιμή ν’ ανεβάσει την κωμωδία μου Ο τελευταίος Ασπροκόρακας, έψαχνα συνθέτη για τα τραγούδια που θα έλεγε η Αλέκα Μαζαράκη-Κατσέλη. Κάποιος μου είπε πως υπάρχει στο Παγκράτι ένας ταλαντούχος νέος μουσικός. Όταν πήγα, μου άνοιξε η μητέρα του και βρήκα το γιο της  καθισμένο στο πιάνο. Δέχτηκε με χαρά την πρότασή μου και η παράσταση ενισχύθηκε με τα χαριτωμένα τραγούδια «Το όνομά μου είναι Ρόζα» και «Νικαράγκουα». Ήτανε το ντεμπούτο του Χατζιδάκι στο θέατρο, αλλά και στη δόξα. Την επόμενη χρονιά για το Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα του Ο’ Νιλ στο θέατρο της Κατερίνας Ανδρεάδη, ο Μάνος έφτιαξε ένα κωμικό τραγουδάκι που το έλεγε ο Ντίνος Ηλιόπουλος (σ.σ. το τραγούδι αυτό μετεξελίχθη στο τραγικό «Ο Τζόνης ο Μπόγιας», που έπλασε ο Μάνος Χατζιδάκις σε στίχους Νίκου Γκάτσου για τον κύκλο Μυθολογία). Συναντηθήκαμε ξανά», συνεχίζει ο Αλέξης Σολομός, «- ύστερα από μια τετραετία μου στο εξωτερικό – όταν παίχτηκε στην Αίγινα το χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου Μαρσύας, με μουσική δική του και μ’ εμένα να βαστάω τον πάσσαλο που στήριζε το χορευτικό γαϊτανάκι!
Η πιο σημαντική συνεργασία μας αρχίζει το 1956 στο Ηρώδειο και κατόπιν στην Επίδαυρο με τις κωμωδίες του Αριστοφάνη, που η επιτυχία τους  πολλά χρωστάει στον Χατζιδάκι – έστω και αν κάποιος άμουσος κριτικός κατακρίνει τη μουσική για ρεμπέτικη! Παράλληλα υπάρχει η αξιολογότατη συμβολή του στη Δόνα Ροζίτα του Λόρκα, με το μελωδικό «Τραγούδι του τριαντάφυλλου» και σε άλλα ακόμα έργα του Εθνικού Θεάτρου.
Το 1962 θα συνεργαστούμε θαυμάσια στην Οδό Ονείρων, μαζί με τον Αργυράκη, τον Χορν, την ασύγκριτη Ρένα Βλαχοπούλου και άλλους αξιόλογους συντελεστές. Η ψυχή της παράστασης  είναι, φυσικά, τα τραγούδια που συνοδεύουν τα κωμικά επεισόδια, αλλά και μια σύντομη ταινία, όπου ο Μάνος εμφανίζεται καβάλα σ’ ένα γάιδαρο – η ταινιούλα αυτή χάθηκε από τα ντουλάπια του Φίνου.
Δυστυχώς η επόμενη συνεργασία μας δε στάθηκε επιτυχημένη. Τα τραγούδια του Μάνου στον Καίσαρα και Κλεοπάτρα δεν ταιριάξανε στο έργο του Μπέρναρντ Σο και ήταν ανοησία δική μου να το παρουσιάσω σαν μιούζικαλ. Και ο Καίσαρας να τραγουδάει τα «Παπάκια»… Αργότερα, όταν ανέβασα Όρνιθες του Αριστοφάνη σε ένα αμερικάνικο θέατρο, περίμενα να μου  στείλει ο Χατζιδάκις την ωραία μουσική του, αλλά αυτή δεν πέρασε έγκαιρα τον Ατλαντικό και αναγκάστηκα να κάνω την παράσταση με πρόχειρη συνεργασία μέτριων αμερικανών μουσουργών.
Παρ’ όλα αυτά μείναμε πάντα καλοί φίλοι και δεν έπαψα να θαυμάζω τις δημιουργίες του. Οι τελευταίες μου αναμνήσεις είναι δυο θάνατοι. Ο ένας της μητέρας του, όταν πήγαμε να τον συλλυπηθούμε με τη Μελίνα, κι ο άλλος ο δικός του σ’ ένα βουνίσιο εκκλησάκι. Μεγάλο πλήθος κόσμου είχε έρθει να τον κλάψει και ο τάφος του σκεπάστηκε με λουλούδια των γειτονικών ανθοπωλείων. Εγώ έκοψα ένα θυμαράκι του βουνού και του το έριξα. Ένοιωθα πως το αρωματικό αυτό γέννημα της ελληνικής γης θύμιζε περισσότερο τη γνήσια μουσική του αλησμόνητου Μάνου Χατζιδάκι».
Δεν το ξέρετε κ. Σολομέ, ήρθε η ώρα να το μάθετε. Εκείνο το απομεσήμερο του Ιουνίου του 1994 – περάσαν κιόλας 10 χρόνια – ακολουθώντας τα βήματά σας, απόθεσα και εγώ ένα θυμαράκι εκεί πλάι στο δικό σας.
Όσο για τη μουσική που σας χάρισε, που μας χάρισε, είχε έναν εξαίρετο και ακριβό οργανικό ρόλο στις παραστάσεις. Αποτελούσε πρόλογο ή επίλογο των πράξεων και των εικόνων, αποτελούσε χορικό και λυρικό συνάμα δεσμό μεταξύ τους. Ήταν μια πραγματική μουσική των αισθήσεων.  Και την ευκαιρία να τεχνουργήσει του την προσφέρατε εσείς. Σας ευχαριστούμε, σας ευγνωμονούμε γιαυτό.