Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

Θεόφραστος Σακελλαρίδης: Βαφτιστικός (1966)

Βαφτιστικός
Σύνθεση, στίχοι: Θεόφραστος Σακελλαρίδης (1918)
Ερμηνεία: Καίτη Καραβουσάνου (σοπράνο), Ευάγγελος Γαλανίδης (τενόρος), Ανδρέας Κουλουμπής (βαρύτονος), Κική Κονταξή (σοπράνο β΄)
Σόλο βιολί: Βύρων Κολάσης
Διεύθυνση ορχήστρας: Ιωσήφ Ριτσιάρδης

 
_______________________

Yπόθεση του έργου:
Το ζεύγος Ζαχαρούλη ζει στην Αθήνα και γιορτάζει τη 2η επέτειο του γάμου του. Ο Ζαχαρούλης, επιστρατευμένος λόγω του πολέμου, κατάφερε να βγει βοηθητικός και να τοποθετηθεί στο τάγμα αυτοκινήτων. Η γυναίκα του Βιβίκα πολύ παλιότερα είχε βαφτίσει ένα αγόρι που τώρα υπηρετούσε στο μέτωπο στρατιώτης. Σ’ έναν καυγά η Βιβίκα κατηγορεί τον άντρα της για δειλία και περηφανεύεται για τον ηρωικό βαφτιστικό της. Κάποια μέρα εμφανίζεται στο σπίτι ένας ταλαιπωρημένος στρατιώτης και συστήνεται ως Μάρκος Κορτάσης, που είναι το όνομα του βαφτιστικού. Η Βιβίκα τον δέχεται με ενθουσιασμό, ενώ ο Ζαχαρούλης χάνει το κέφι του. Στη συνέχεια όμως αποδεικνύεται ότι ο στρατιώτης δεν είναι ο αληθινός βαφτιστικός, αλλά κάποιος παντρεμένος φίλος του που πήρε τη θέση του. Μεταξύ του στρατιώτη και της Βιβίκας αναπτύσσεται ερωτική σχέση, αλλά τα πράγματα περιπλέκονται, όταν εμφανίζεται η γυναίκα του στρατιώτη, που είναι παλιά φίλη της Βιβίκας. Όταν αποκαλύπτεται η παράνομη σχέση, οι δυο γυναίκες πέφτουν λιπόθυμες, ενώ ο Ζαχαρούλης αποφασίζει να φύγει για το μέτωπο.

Σημείωση:
Το έργο γυρίστηκε το 1952 και σε κινηματογραφική ταινία από την πρώτη ελληνίδα σκηνοθέτιδα Μαρία Πλυτά. Στους βασικούς ρόλους εμφανίζονταν οι: Ανθή Ζαχαράτου (σοπράνο), Μίμης Φωτόπουλος και Αλέκος Αλεξανδράκης.

Image


ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΗΣ:
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1883, όπου και πέθανε το 1950.
Συνθέτης, αρχιμουσικός και άνθρωπος του θεάτρου. Υπήρξε ένας από τους δημιουργούς της ελληνικής οπερέτας, μαζί με τον Νίκο Χατζηαποστόλου. Παρόλο που το έργο του υπήρξε πάντα ιδιαίτερα δημοφιλές, παραμένει ταυτόχρονα μέχρι σήμερα παρθένο έδαφος μουσικολογικά κι ελάχιστα έχει μελετηθεί και αναλυθεί.
Μυήθηκε στη μουσική από τον ιεροψάλτη πατέρα του. Φαίνεται ότι έκανε μουσικές σπουδές στην Αθήνα και τη Γερμανία, όπου μάλιστα διηύθυνε με επιτυχία και κάποια συμφωνικά του έργα, όπως το «Υπό τον αττικόν ουρανόν» (1903).
Το έργο του είναι κολοσσιαίο. Αριθμεί πάνω από 100 τίτλους, οι περισσότεροι από τους οποίους ανήκουν στο είδος της οπερέτας. Ειδικά με το τελευταίο αυτό είδος ασχολήθηκε σχεδόν αποκλειστικά στο διάστημα1910-1936 και συνέθεσε περισσότερα από 50 έργα: «Περουζέ» (1911), «Το στοιχειωμένο γεφύρι» (1912), «Μαμζέλ Νιτούς» (1912), «Στα παραπήγματα» (1914), «Πικ Νικ» (1915), «Πρόθυμη χήρα» (1916), «Ο υπνοβάτης» (1917) και κυρίως «Ο Βαφτιστικός» (1918), που υπήρξε η δημοφιλέστερη ελληνική οπερέτα. Το έργο αυτό αποτελεί μεταφορά στην ελληνική επικαιρότητα της εποχής της γαλλικής φάρσας «Ο βαφτιστικός της κυρίας».
Στις άφθονες μεγάλες στιγμές του ο Σακελλαρίδης υπήρξε υπέροχος τεχνίτης σκηνικών μελωδιών, οι οποίες πολλές φορές αυτονομήθηκαν και λειτούργησαν ως ξεχωριστά λαϊκά τραγούδια, που σε ορισμένες περιπτώσεις έπαιξαν κι έναν πατριωτικό ρόλο εμψυχώνοντας τους Έλληνες στρατιώτες στις μάχες του Α’ και του Β’ Παγκόσμιου πολέμου.

Η ΟΠΕΡΕΤΑ:
Ο όρος «οπερέτα» χαρακτηρίζει το είδος του μουσικού θεάτρου, του οποίου το περιεχόμενο είναι κωμικό και διαμορφώνεται σε μια ακολουθία σκηνών και πράξεων με διαλόγους, άριες, τραγούδια, ενόργανα μέρη, χορευτικά και χορωδιακά. Προέρχεται από το είδος της κωμικής όπερας (opera buffa) κι εμφανίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα στο Παρίσι και τη Βιέννη.
Θεμελιωτής του είδους θεωρείται ο Ζακ Όφενμπαχ, ο οποίος παρουσίασε στο Παρίσι μια σειρά σπουδαίων έργων του, όπως «Ο Ορφέας στον Άδη», «Η Ωραία Ελένη», «Παριζιάνικη ζωή», «Περισόλ» και «Τα παραμύθια του Χόφμαν». Άλλοι σημαντικοί δημιουργοί του είδους ήταν ο Σαρλ Λεκόκ, ο Φλοριμόν Ερβέ, ο Αντρέ Μεσαζέ, ο Εντουάρ Ματέ κ.ά.
Η οπερέτα στη Βιέννη γνώρισε επίσης σημαντική άνθιση. Πρωτεργάτης της βιενέζικης οπερέτας ήταν ο Φρανς Σουπέ («Η ωραία Γαλάτεια», «Ελαφρύ Ιππικό», «Εύθυμοι ληστές», «Βοκκάκιος» κ.ά.), ενώ με το είδος ασχολήθηκε και η μεγάλη οικογένεια των Στράους και προπάντων ο διάσημος συνθέτης των βαλς Γιόχαν Στράους («Ο Αλή Μπαμπά και οι σαράντα κλέφτες», «Η νυχτερίδα», «Μια νύχτα στη Βενετία» κ.α.).
Στη μεταγενέστερη εποχή και τις αρχές του 20ου αιώνα το είδος συνεχίστηκε με επιτυχία ενσωματώνοντας σταδιακά στοιχεία της νέας εποχής. Κύριοι εκπρόσωποι της νέας οπερέτας ήταν ο Φρανς Λέχαρ («Εύθυμη χήρα», «Τσιγγάνικη αγάπη»), ο Έμεριχ Κάλμαν και ο Όσκαρ Στράους.
Στην Ελλάδα η οπερέτα καλλιεργήθηκε από τις αρχές του 20ου αιώνα και συνδέθηκε με τα γνωρίσματα της ελληνικής μουσικής της εποχής της. Έπειτα από την ανάπτυξη του κωμειδυλλίου στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα (κυρίως στο διάστημα 1886-1896), η καινούργια μορφή ελαφράς μουσικής που κατέκτησε το ελληνικό κοινό ήταν η οπερέτα.
Η σχετική παράδοση είχε για αφετηρία της την επτανησιακή μουσική σχολή με τον Σπύρο Σαμάρα («Πόλεμος εν πολέμω», «Πριγκίπισσα της Σασώνος», «Κρητικοπούλα»), τον Σπύρο Ξύνδα («Υποψήφιος βουλευτής») και τον Διονύσιο Λαυράγκα (
«Άσπρη τρίχα»).
Ωστόσο οι ουσιαστικοί δημιουργοί και σημαντικότεροι εκπρόσωποι της ελληνικής οπερέτας και ειδικότερα αυτής που ονομάστηκε «αθηναϊκή οπερέτα» υπήρξαν ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης («Βαφτιστικός», «Τα παραπήγματα», «Χριστίνα», «Το διαβολόπαιδο», «Ροζίτα», «Ερωτικά γυμνάσια», «Περουζέ», «Πικ Νικ» κ.ά.) και ο Νίκος Χατζηαποστόλου («Οι απάχηδες των Αθηνών», «Το κορίτσι της γειτονιάς», «Η καρδιά του πατέρα», «Η γυναίκα του δρόμου», «Πρώτη αγάπη» κ.ά.).
Άλλοι αξιόλογοι συνθέτες του είδους υπήρξαν οι: Γιάννης Παπαϊωάννου (ιδρυτής του Θεάτρου Ελληνικής Οπερέτας το 1908), Ιωσήφ Ριτσιάρδης, Γρηγόρης Κωνσταντινίδης, Χρήστος Χαιρόπουλος, Μίμης Κατριβάνος και Κώστας Γιαννίδης.


(c) EMI/Columbia | 1966 | LP | 

Δεν υπάρχουν σχόλια: