Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Παράσταση ...βρυκολάκων

Σε πρόσφατο φύλλο της καλής τοπικής εβδομαδιαίας εφημερίδας ΚΑΣΤΟΡΙΑΝΗ ΕΣΤΙΑ δημοσιεύτηκε μια ανώνυμη καταγγελτική επιστολή που αφορούσε στη διοργάνωση της "Αλεξιάδας", της σειράς δηλαδή εκδηλώσεων που διοργάνωσε ο Δήμος Καστοριάς, ένα είδος βυζαντινού φεστιβάλ, στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων απελευθέρωσης της πόλης από τον οθωμανικό ζυγό. Δίνω λοιπόν πρώτα το κείμενο του άγνωστου επιστολογράφου κι αμέσως μετά μια δική μου απάντηση (με πλήρες όνομα στην υπογραφή) που επίσης δημοσιεύτηκε στην ίδια εφημερίδα μια βδομάδα αργότερα:  




Αλεξιάδα: «Ώδυνεν όρος και έτεκε …τι;»

Δεν μπορεί παρά να είναι θετικά διακείμενος κανείς ως προς τις προθέσεις του Δημάρ­χου και της Δημοτικής αρχής απέναντι στην πρωτοβουλία που είχαν να κάνουν την πολιτι­στική υπέρβαση με την ΑΛΕΞΙΑΔΑ. Πλην όμως, άλλο πράγμα οι προθέ­σεις και άλλο το αποτέ­λεσμα, ιδιαίτερα όταν η υλοποίησή του έχει σχέση με το δημόσιο χρήμα.
Καλές και άγιες οι προ­σωπικές φιλοδοξίες, αρκεί να έχουν μια ελά­χιστη ποιότητα, διαφορε­τικά κινδυνεύουν να παρεξηγηθούν κ. Δή­μαρχε.
Και προς αποφυγήν πα­ρεξηγήσεων δηλώνουμε ότι. Η πλήρης ανυπαρ­ξία πολιτισμού δεν αποτελεί καθ’ οιονδήποτε λόγο σωσίβιο σωτηρίας κάθε υποκειμενισμού. Επειδή, κάθε μορφή έκ­φρασης παράλληλα με το σώμα των ιερέων που γνωρίζουν (;) τι κά­νουν και γιατί το κάνουν χρειάζεται, και ένα σώμα πολιτών που να ξέρουν για ποιο λόγο γίνονται όλα όσα συμβαίνουν κ. Δήμαρχε. Και επειδή εμείς δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τις βαθύτερες ευαισθησίες, τα βαθύτερα νοήματα των όσων έλαβαν χώρα θα θέλαμε, εσείς ή κά­ποιοι που έχουν τη γνώση να μας εξηγή­σουν. Να εξηγήσουν σ’ εμάς τους απλούς θνη­τούς το περιεχόμενο των θαυμάτων τους!
Να μας εξηγήσουν, κατά πόσο συνάδει για παρά­δειγμα ο μεσαιωνικός με τον Βυζαντινό πολιτισμό, πως και πότε διαχωρίζο­νται χρονικά και πνευμα­τικά, δεδομένου ότι κάθε τι που διέφευγε του θεολογικού εκκλησιαστικού θεωρείτο παγανισμός
επί βυζαντίου. Τι είναι και πως εκφράζεται ο Βυζαντινός πολιτισμός δηλαδή. Ποια τα ποιο­τικά χαρακτηριστικά του, και που, σε τι εξαντλεί­ται; Στους αρχιερατικούς εσπερινούς και λειτουρ­γίες ή στην ήσσονος καλλιτεχνικής πληρότη­τας βυζαντινή χορωδία της Αρχιεπισκοπής Αθη­νών;
(Ποια η σκοπιμότητα εμπλοκής της εκκλησίας η οποία και κυριάρχησε αλήθεια;)
Μήπως θα έπρεπε να πληροφορήσει κάποιος, εσείς κ. Δήμαρχε, τους υπευθύνους, ότι ένας από τους πλέον έγκυ­ρους σύγχρονους εκ­προσώπους του βυζαντινού μουσικού πολιτισμού είναι ο συν­θέτης Χρ. Χάλαρης αλλά και ο Κίμων Καράς επί­σης, μια συναυλία του οποίου, των οποίων θα δικαίωνε τον όρο;
Αλλά και ο Δυτικός Με­σαιωνικός πολιτισμός τι είναι για σας και πως εκ­φράζεται κ. Δήμαρχε;
Δια των τυμπανοκρου­σιών και παρελάσεων με ήσσονος σημασίας ενδυματολογικές παρου­σίες ή δια των εφίππων Σταυροφόρων η εικόνα των οποίων δημιούρ­γησε τραυματικά συναι­σθήματα στους πιστούς, φέρνοντας στην επιφά­νεια το 1204, την άλωση και την λεηλασία της βα­σιλεύουσας.
Θα περιμέναμε αν μη τι άλλο ένα ελάχιστο δείγμα Μεσαιωνικού πο­λιτισμού από τους υπευ­θύνους κ. Δήμαρχε. 1-2 κουαρτέτα μεσαιωνικής μουσικής για παρά­δειγμα. Μια μικρή όπερα, και αν όχι, του­λάχιστο 1-2 λυρικές φωνές που θα ερμή­νευαν άριες της εποχής.
Όμως αντί για αυτό τι εί­δαμε; Είδαμε τον Αηδονίδη να επωμίζεται, ποιη­τική αδεία, το βάρος σύνδεσης σημερινού και βυζαντινού πολιτι­σμού με μια, εμβόλιμη, ποιητική και πάλι αδεία, παρουσία επί σκηνής του Κ. Καβάφη.
Ποιητική αδεία όλα επι­τρέπονται κ.Δήμαρχε, αρκεί να υπάρχει πίσω τους ελάχιστη ποίηση που να δικαιολογεί την ύπαρξή τους, διαφορε­τικά, κάθε μορφή καλλι­τεχνικής έκφρασης, χωρίς αισθητικό, διανοη­τικό περιεχόμενο κατα­λήγει ματαιοδοξία.
Ποιο δόκιμο θα ήταν να συναντήσει τον Αθ. Χριστόπουλο, έναν εξέχοντα ποιητή του ρομαντισμού γόνο της πόλης παρά τον Κ. Κα­βάφη.
Αν γίνεται ειδική ανα­φορά στο μουσικό θεα­τρικό δρώμενο, γίνεται γιατί ήταν το μόνο που πληρούσε τις ελάχιστες σκηνικές και αισθητικές προδιαγραφές, σε αντί­θεση με όλα τα υπό­λοιπα που έλαβαν χώρα τα οποία είχαν παντελή έλλειψη αισθη­τικής, στερούνταν σοβα­ρότητας και ήταν ως μη γενόμενα, παντελώς ανύπαρκτα.
Θα δικαιολογούσε βέ­βαια κανείς την εμμονή στις Δυτικές αναφορές τις οποίες δεν είδαμε δυστυχώς, αν αυτό συν­δυαζόταν με κάποιες Βαλκανικές αναφορές, παρουσίες κ. Δήμαρχε.
Η παντελής απουσία Βαλκανικής αναφοράς όμως, αποδεικνύει όχι μόνο την ανυπαρξία προβληματισμού, αλλά και μια πολιτική οριοθέτηση των υπευθύνων, για να μην μιλήσουμε για ελλιπή ιστορική γνώση του πολιτισμού των Βαλκανίων μέρος των οποίων υπήρξε και είναι η ευρύτερη πε­ριοχή και η πόλη μας ιδιαίτερα.
Η απουσία ενός τέτοιου άξονα αποδυνάμωσε εν τη γενέσι του το όλο εγ­χείρημα. Οι στρατηγικές είναι, θα πρέπει να είναι, μείζονα αιτήματα μιας Δημοτικής αρχής που στην προκειμένη περί­πτωση απουσίαζε πα­ντελώς, πέφτοντας θύμα πιθανώς της καλής προαίρεσης των ημετέρων.
Δυστυχώς το βάρος του εγχειρήματος ήταν μεγα­λύτερο των δυνατοτήτων για μια αίσια έκβαση που θα δικαίωνε τις ευ- γενείς προθέσεις και τις προσωπικές επιλογές των κρατούντων, που, ως άλλοι από μηχανής θεοί, θα επέφεραν την προσδοκώμενη πολιτι­στική αναγέννηση της πόλης!
Πιστεύουμε ότι θα συμ­φωνείτε πως, η, με το έτσι θέλω τοποθέτηση και αναγόρευση σε μεί­ζονα καλλιτεχνικά υπο­κείμενα των υμετέρων δεν εκφράζει μια δημο­κρατική πολιτεία κ. Δή­μαρχε. Η Αυλές και οι Αυλικοί δεν ήταν μέρος των προγραμματικών σας δεσμεύσεων.. Δυστυχώς, αυτό που εί­δαμε, ούτε φεστιβάλ ήταν, ούτε πολιτισμός, μάλλον με πανηγύρι χα­μηλής ποιότητος, θέαμα για πληβείους έμοιαζε περισσότερο, παρά με ότι τόσο επίμονα αναγ­γέλθηκε.
Λυπούμαστε γιατί είμα­στε λιγότερο αυστηροί από όσο θα έπρεπε, καθώς το θέαμα ήταν επιεικώς απαράδεκτο, τόσο, που άγγιζε τα όρια της ύβρεως, καθώς το χαρακτήριζε μια Βαβυλωνιακή σύγχυση, και έλλειψη σεβασμού προς την πόλη και τους πολί­τες της.
Ευθύνη μας όμως είναι η αλήθεια και η προστα­σία της αξιοπρέπειας της πόλης και των πολι­τών όπως αναφέρθηκε.
Για οργάνωση και σεβα­σμό στον πολίτη ουδείς λόγος βέβαια!

Επιστολή πολίτη στην εφημερίδα ΚΑΣΤΟΡΙΑΝΗ ΕΣΤΙΑ (20-9-2012)
 ________________________________________________________

Κι εδώ η δική μου απάντηση:

 
Παράσταση βρυκολάκων…

Τακτικός αναγνώστης της «Καστοριανής Εστίας», που χρόνια τώρα εκδίδει με θαυμαστό μεράκι ο φίλτατος Δημήτρης Ιατρίδης, συχνά διαβάζω κείμενα, άρθρα, χρονογραφήματα ή και επιστολές αναγνωστών που μου κινούν το ενδιαφέρον ή, έστω, την περιέργεια, άλλοτε από τον ευφάνταστο τίτλο τους κι άλλοτε από αυτό και μόνο το όνομα του υπογράφοντος. Και βεβαίως ουδείς έχει το δικαίωμα να εμποδίσει τον καθένα να εκφράζει τις απόψεις του ή να ασκεί κριτική, ακόμη και με μαχητικό κι επιθετικό τρόπο, αρκεί να τηρεί τον στοιχειώδη κι αυτονόητο κανόνα: Να υπογράφει τα κείμενά του!
Στο τελευταίο λοιπόν φύλλο της εφημερίδας έπεσε το μάτι μου σ’ ένα τέτοιο κείμενο με τον αβανταδόρικο τίτλο «Ώδυνεν όρος και έτεκεν …τι;». Το διάβασα με έντονο ενδιαφέρον, καθώς διαπίστωσα από την πρώτη κιόλας παράγραφο (όπως πράγματι πρέπει να συμβαίνει σ’ ένα σωστά δομημένο κείμενο) ότι αναφερόταν σ’ ένα σημαντικό θέμα της τοπικής επικαιρότητας, αυτό της διαβόητης «Αλεξιάδας» που τόσο θόρυβο προκάλεσε και τόσα αντικρουόμενα σχόλια, τα περισσότερα – δικαίως – επικριτικά. Δυστυχώς το κείμενο ήταν ανυπόγραφο κι έτσι δε στάθηκε δυνατόν να εκτιμήσω επαρκώς τις προθέσεις του γράφοντος, δεδομένου ότι συχνά πίσω από έναν επικριτικό σχολιασμό, φαινομενικά εύστοχο, υποκρύπτονται διαβλητές προθέσεις και υποκειμενικές υστεροβουλίες.
Χωρίς λοιπόν να αισθάνομαι την ανάγκη να διαδηλώσω τις δικές μου καθαρές προθέσεις (κρίνονται κι αυτές άλλωστε απ’ τον καθένα) και πάντως χωρίς ανιχνεύσιμη υστεροβουλία, μιας και μου είναι άγνωστος ο συντάκτης της επιστολής, σπεύδω μετά λύπης μου να υποδυθώ τον συνήγορο του διαβόλου για μια διοργάνωση που πράγματι αξιολογήθηκε αρνητικά από την κοινή γνώμη, αλλά στο εν λόγω κείμενο αξιοποιήθηκε ως αφορμή για επίδειξη ιστοριογνωσίας και ανώτερης αισθητικής αντίληψης!
Πρώτα πρώτα το κείμενο μου προκάλεσε εκνευρισμό με την επιτηδευμένη γλωσσική του λογιοσύνη που ατυχώς δεν συγκάλυψε κάποιες εκφραστικές ασυναρτησίες (π.χ. «…στην ήσσονος καλλιτεχνικής πληρότητας βυζαντινή χορωδία…») ή ανοίκεια εκφραστικά σχήματα (π.χ. «έλαβε χώρα», έκφραση μη ελληνική μεταφερμένη από δυτικόπληκτους λόγιους στα καθ’ ημάς από την αγγλική).
Επί της ουσίας όμως, δηλαδή στο επίπεδο των προτάσεων, το κείμενο εξετράπη σε κενολογίες και φαιδρούς αναχρονισμούς προτείνοντας, ας πούμε, ένα είδος παράστασης …βρυκολάκων, μιας και ο …Κίμων Καράς, που προβάλλεται ως κύρια πρόταση του επιστολογράφου - υποθέτω πως δεν αποτελεί πρόσωπο μυθοπλαστικού παροξυσμού, αλλά πρόκειται για τον ογκόλιθο της εκκλησιαστικής και δημοτικής μας παράδοσης Σίμωνα Καρά* - είναι βέβαιο ότι θα αρνούνταν την …τιμητική πρόσκληση, όχι από αγένεια, αλλά γιατί ήδη έχει εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο προ πολλών ετών πλήρης ημερών!  Η υποτιμητική αναφορά στον έτερο, εν ζωή αυτή τη φορά, ογκόλιθο της παράδοσής μας Χρόνη Αηδονίδη αποτελεί ούτως ή άλλως αυταπόδεικτη ύβρη και την αντιπαρέρχομαι! Διάβασα επίσης πρόταση για μεσαιωνικά κουαρτέτα και όπερες, αν και στην ιστορία της μουσικής οι συγκεκριμένες φόρμες χρονολογούνται μετά τον 17ο αιώνα! Η όπερα, καθαρώς ιταλικό δημιούργημα (με αρχαιοελληνικά πρότυπα), έχει ως επίσημη αφετηρία της το έτος 1607 με τον «Ορφέα» του Claudio Monteverdi. Κι ακόμη χειρότερα: Ο πρωτοπόρος διαφωτιστής ποιητής του τόπου μας Αθανάσιος Χριστόπουλος ουδεμία φυσικά σχέση είχε με το μεταγενέστερο και παρακμιακό ρεύμα του νοσηρού ρομαντισμού της πρώτης αθηναϊκής σχολής που καλλιέργησαν οι Σούτσοι, ο Ραγκαβής, ο Αχιλλέας Παράσχος και λοιποί Φαναριώτες ευγενείς!
Κι επειδή το ύφος υποκρύπτει ήθος, δεν μπορώ παρά να εκφράσω την ενόχλησή μου για την επιδεικτική υπεροψία του άγνωστου συντάκτη της επιστολής. Αναρωτιέμαι λοιπόν με μελαγχολία: Η ταπεινότητα των κορυφαίων διανοητών αυτού του τόπου (Ρίτσος, Ελύτης, Γκάτσος, Αναγνωστάκης…) δεν μας έχει πια διδάξει τίποτε;
Δ. Κ., φιλόλογος

_____________________________________________________________________

* Ο Σίμων Καράς (1903-1999) ήταν μουσικολόγος και ερευνητής της Ελληνικής μουσικής παράδοσης και κληρονομιάς. Πολλοί θεωρούν ότι χάρη στην πολύχρονη και επίπονη ερευνητική του προσπάθεια διασώθηκε ένα μεγάλο κομμάτι της παραδοσιακής μουσικής, την οποία κατέγραψε σε όλο το φάσμα της ελληνικής επικράτειας.
Γεννήθηκε το 1903 στο χωριό Λέπρεον (Στροβίτσι η παλαιότερη ονομασία) του νομού Ηλείας. Από πολύ νεαρή ηλικία ξεκίνησε η μύηση του στη μουσική, από τον πατέρα του που έπαιζε ταμπουρά και τον ιερέα του χωριού παπα-Στάθη Λαμπρινόπουλο που του έμαθε και τα πρώτα γράμματα και τον ενθάρρυνε να συνεχίσει τις μουσικές σπουδές του.
Ο Σίμων Καράς ήρθε στην Αθήνα το 1921 έχοντας εισαχθεί στη Νομική Σχολή, την οποία τελείωσε χωρίς να πάρει το πτυχίο. Ο ίδιος ξεκίνησε τις προσωπικές του μουσικές σπουδές και έρευνες εκτός του χώρου των οργανωμένων ωδείων, να μελετά τα θεωρητικά έργα των Αρχαίων Ελλήνων, των Βυζαντινών και μεταβυζαντινών συγγραφέων, αναζητά, αποκρυπτογραφεί και ερμηνεύει παλιά μουσικά χειρόγραφα βιβλιοθηκών όπως του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, του Αγίου Όρους της Εθνικής Βιβλιοθήκης κ.α. Έτσι καταφέρνει και γίνεται βαθμιαία ως ένας μοναδικός αυτοδίδακτος μουσικοδιδάσκαλος.
Από το 1931 μέχρι το 1934, ο Καράς ήταν ψάλτης στο εκκλησάκι του Προφήτη Ελισσαίου στο Μοναστηράκι της Αθήνας. Το 1929 είχε ιδρύσει το Σύλλογο προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής, στον οποίο ανέπτυξε μέχρι το τέλος της ζωής του μία πολύπλευρη και σημαντική δραστηριότητα, στην ψαλτική τέχνη και στο δημοτικό τραγούδι με Σχολή έξι ετών και εντελώς δωρεάν φοίτηση, την Εκκλησιαστική Χορωδία και τη Μεικτή Χορωδία Εθνικών Τραγουδιών, και τέλος χορευτική ομάδα.
Οι χορωδίες του συλλόγου είχαν πολλές εμφανίσεις στην εκπομπή Ελληνικοί Αντίλαλοι, την οποία παρουσίαζε ο ίδιος ο Σίμων Καράς με θέμα πάντα την παραδοσιακή μουσική από όλη την Ελλάδα, από τη χρονιά ίδρυσης του Ε.Ι.Ρ. (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) το 1937 μέχρι το 1972. Έχει εκδώσει μεγάλο αριθμό βιβλίων και δίσκων κυρίως από το 1972 και εξής.
Έχει πραγματοποιήσει σε όλη την Ελλάδα καταγραφή των δημοτικών τραγουδιών με κασσετόφωνο τα οποία κυκλοφόρησαν σε δίσκους καθώς επίσης όλες τις Ακολουθίες και τους Ύμνους της Εκκλησίας. Πέθανε το 1999 σε ηλικία 96 ετών.
(Πηγή: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Γιώργος Μονεμβασίτης: Αλέξης Σολομός - Μάνος Χατζιδάκις

Χθες έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος θεατράνθρωπος Αλέξης Σολομός (1918-2012). Με αφορμή αυτό το γεγονός ο εκλεκτός ιστότοπος ΜΟΥΣΙΚΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ δημοσιεύει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του Γιώργου Β. Μονεμβασίτη προερχόμενο από παλιότερη εισήγησή του (19 Ιανουαρίου 2004) στην Αίθουσα Λόγου της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, στη Στοά του Βιβλίου, για λογαριασμό του Κέντρου Αρχαίου Δράματος στο πλαίσιο ενός κύκλου συμποσίων με γενικό θέμα "Η ερμηνεία του Αρχαίου Ελληνικού Δράματος στον 20ό αιώνα: Η ματιά του σκηνοθέτη".


Αλέξης Σολομός – Μάνος Χατζιδάκις
Εκλεκτικές συγγένειες Θεάτρου και Μουσικής
του Γιώργου Β. Μονεμβασίτη


 (Αλέξης Σολομός)
 Από τη στιγμή της εμφάνισής της η τέχνη του Θεάτρου υπήρξε αρρήκτως συνδεδεμένη όχι μόνον με την κίνηση του σώματος, αλλά και με αυτήν την κίνηση των ήχων· με την τέχνη της μουσικής δηλαδή. Και δεν εννοούμε απλώς τον τραγουδιστό τρόπο ομιλίας, που και αυτός μουσική είναι, αλλά την αυτοδύναμη και αυθύπαρκτη  τέχνη των ήχων. Ο χορός του αρχαίου δράματος ερωτοτροπεί διαρκώς με τη μουσική, πέραν μάλιστα του συμβολικού.
Η σύζευξη αυτή παρακολούθησε, προφανώς,  την πορεία  του θεάτρου μέχρι σήμερα, με πολλούς σημαντικούς σταθμούς όπως η εμφάνιση της όπερας, οι παρεμβάσεις του Ρίχαρντ Βάγκνερ, που θέλησε το λυρικό δράμα Gesamtkunst – ολοκληρωμένη δηλαδή τέχνη –, η καθιέρωση του δημοφιλέστατου στον 20ο αιώνα μουσικού θεάτρου, του μιούζικαλ δηλαδή.
Η συμβολή ενός μουσουργού  στον επαναπροσδιορισμό και την ανάδειξη των δομικών και λειτουργικών στοιχείων ενός θεατρικού έργου, στη διαδικασία της ερμηνείας του σε παράσταση, μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά κρίσιμη. Πολλές παραστάσεις διατηρούνται στη μνήμη ή ανακαλείται σε αυτήν το ιστορικό τους, χάρη στη μουσική που πλάστηκε για αυτές.
Η σύνθεση μουσικής για ένα θεατρικό έργο αποτελεί πρόκληση μεγάλη για τον όποιο συνθέτη. Η έννοια σκηνική μουσική πήρε άλλες διαστάσεις με την εμφάνιση του ρομαντισμού· για παράσταση του Έγκμοντ του Γκέτε συνέθεσε ο Μπετόβεν το 1810 την περίφημη εισαγωγή του. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1823, ο Φραντς Σούμπερτ συνέθεσε συναρπαστική μουσική για τη σκηνική παρουσίαση του ρομαντικού δράματος της Χελμίνα φον Τσέζι Ροζαμούνδη η Πριγκίπισσα της Κύπρου. Τα θεατρικά αυτά έργα, τα οποία γέννησαν τη μουσική, ελάχιστοι σήμερα τα γνωρίζουν και  τα αναγνωρίζουν. Τις μουσικές πάμπολλοι, χάριν, βεβαίως, και των ηχογραφήσεων. Αρκεί να σκεφτούμε ότι υπάρχουν σήμερα διαθέσιμες στην αγορά περισσότερες από 100 διαφορετικές δισκογραφημένες ερμηνείες της εισαγωγής Έγκμοντ του Μπετόβεν. Ικανός αριθμός τέτοιων παραδειγμάτων θα μπορούσε να αναφερθεί. Δεν αποτελεί όμως αυτό τον σκοπό τούτης της ομιλίας.
Σκοπός της είναι η σχέση του θεατρικού Αλέξη Σολομού, εξαίρετου σκηνοθέτη και υπηρέτη του θεάτρου, που σήμερα τιμούμε,  με το μουσικό Μάνο Χατζιδάκι. Άλλοι καταλληλότεροι από εμένα έχουν παρουσιάσει ή θα παρουσιάσουν τις ειδικές πτυχές του θεατρικού Αλέξη Σολομού και πλέον συγκεκριμένα τη σχέση του, ως σκηνοθέτη, με το Αρχαίο Δράμα. Ως αρμοδιότερος, εγώ θα εστιάσω τη σκέψη και το λόγο μου στο μουσικό-θεατρικό Μάνο Χατζιδάκι.
Αν το καλοσκεφτούμε ο Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε ο θεατρικότερος μουσουργός της νεότερης Ελλάδας. Η εκτίμηση αυτή ενδυναμώνεται από τρεις συνιστώσες: α) της παραγωγής, β) της ποιότητας και γ) της ίδιας της θεατρικότητας.
Αν αποτιμήσουμε αριθμητικά τη σκηνική μουσική την οποία συνέθεσε ο Μάνος Χατζιδάκις στη διάρκεια της επίγειας φωτεινής διαδρομής του καταλήγουμε στα ακόλουθα  δεδομένα:
 - 8 Μουσικές Παραστάσεις
- 14 Μουσικές Μπαλέτου
- 11 Μουσικές για Παραστάσεις Αρχαίου Δράματος – και Κωμωδίας, βεβαίως, και
- 49 Μουσικές για Παραστάσεις Θεατρικών Έργων – οι δυο μάλιστα από αυτές για πέντε μονόπρακτα.
Σύνολο: 90 έργα μουσικής πλασμένα για το θέατρο ή το χοροθέατρο. 
Για να τεκμηριώσουμε την ποιότητα του έργου του αυτού, αρκεί να αναφέρουμε, χωρίς ιδιαίτερα σχόλια, μερικούς τίτλους: Ματωμένος Γάμος, Λεωφορείον ο Πόθος, Ο κύκλος με την κιμωλία, Παραμύθι χωρίς όνομα, Απόψε αυτοσχεδιάζουμε, Καπετάν Μιχάλης, Οδός Ονείρων, Καίσαρ και Κλεοπάτρα, Πορνογραφία, Έξι λαϊκές ζωγραφιές, Το καταραμένο φίδι, Λυσιστράτη, Όρνιθες… μερικά είπα και το παράκανα. Παρασύρθηκα. Αλλά σκεφτείτε. Ποιος δεν έχει τραγουδήσει, δεν έχει σιγοψιθυρίσει, δεν έχει αγαπήσει τη μουσική του για τα έργα αυτά;
Για να αντιληφθούμε τη θεατρικότητα της μουσικής του Μάνου Χατζιδάκι δεν είναι ανάγκη να καταφύγουμε σε τούτες τις θεατρικές μουσικές του, όπου αυτή εξ ορισμού ενυπάρχει. Η κάθε μουσική του, το κάθε τραγούδι του, ακόμη και αυτό το ελάχιστο τρίλεπτο τεχνούργημα, αναβλύζει θεατρικότητα. Το καθένα τους ήταν, είναι, θα είναι ένα θεατρικό μονόπρακτο. Ας επικεντρώσουμε την προσοχή μας στα άκρα. Το πιο λαϊκό, ίσως, τραγούδι του το «Γαρύφαλλο στ’ αυτί» και το, ίσως, πιο λόγιο, το «Με την πρώτη σταγόνα της βροχής» σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη. Μην ξεγελαστείτε από την αναμφίβολη θεατρικότητα του λόγου. Ξεπεράστε τον, ξεχάστε τον και αναζητείστε το απόλυτο άγγιγμα της καθαρής μουσικής. Θεατρικότητα θεσπέσια και ασυναγώνιστη.
Ας περιοριστούμε όμως στις αμιγώς θεατρικές μουσικές του Μάνου Χατζιδάκι και μάλιστα σε αυτές για τις οποίες συνεργάστηκε με τον απόψε τιμώμενο Αλέξη Σολομό. Σε 15 από τις καταμετρημένες μουσικές που έπλασε ο συνθέτης για το θέατρο συνεργάστηκε με τον Αλέξη Σολομό. Ο ρόλος του τελευταίου δεν ήταν πάντοτε αυτός του σκηνοθέτη. Σε μια παράσταση υπήρξε ο συγγραφέας του έργου, σε μια άλλη ο μεταφραστής του, ενώ σε μια τρίτη συνέβαλλε ως στιχουργός. Πρέπει πάντως να επισημανθεί, εξ αρχής μάλιστα, ότι η συνεργασία των δυο επιφανών ανδρών υπήρξε καταλυτική για τον Μάνο Χατζιδάκι, μια και δυο από τους σταθμούς της, σηματοδότησαν ή και οριοθέτησαν την καλλιτεχνική του σταδιοδρομία.
Η πρώτη φορά που το όνομα του Μάνου Χατζιδάκι εμφανίζεται με την ιδιότητα του δημιουργού στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, είναι το 1944. Συνέθεσε τότε τραγούδια για το θεατρικό έργο Ο τελευταίος Ασπροκόρακας, το οποίο παρουσιάστηκε σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν από το Θέατρο Τέχνης. Γνωρίζετε ποιος ήταν ο συγγραφέας του έργου αυτού; Ο αγαπητός κ. Αλέξης Σολομός. Ο Μάνος Χατζιδάκις θεωρούσε σημαντικότερη θεατρική στιγμή του, την Οδό Ονείρων. Κύριος συνεργάτης του στο επίπεδο των σκηνοθετικών παρεμβάσεων, αλλά και κειμενογράφος ήταν, ποιος άλλος; Ο αγαπητός κ. Αλέξης Σολομός.
Ας προσεγγίσουμε όμως την ιστορία της συνεργασίας τους εξελικτικά. Η επόμενη φορά μετά τον Τελευταίο Ασπροκόρακα που συνεργάστηκαν Αλέξης Σολομός και Μάνος Χατζιδάκις ήταν το 1945, όταν η κ. Κατερίνα αποφάσισε να ανεβάσει με το θίασό της, τη σύγχρονη τραγωδία του Ευγένιου Ο’ Νιλ Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα. Το αποφάσισε συγκινημένη από τη μετάφραση του Αλέξη Σολομού. Δεν σκηνοθέτησε αυτός την παράσταση, αλλά ο Ντίνος Γιαννόπουλος. Κατά την προετοιμασία του έργου η Κατερίνα Ανδρεάδη αναζητούσε εκείνον που θα συνέθετε την ταιριαστή με τη δραματική ένταση του έργου μουσική. Ο Αλέξης Σολομός δε δίστασε να της υποδείξει τον άγνωστο τότε Μάνο Χατζιδάκι.
Τετράχρονη απουσία του Α.Σ. στο εξωτερικό εμπόδισε τη συνέχιση της συνεργασίας σε πιο δημιουργικό επίπεδο. Πάντως το 1950, καθώς ο Μάνος Χατζιδάκις συνέθετε τη μουσική για το μπαλέτο Το καταραμένο φίδι, χρησιμοποίησε για το ένα από τα δυο τραγούδια του, «Άρια για το φιδάκι» το ονόμασε, στίχους γραμμένους από τον Αλέξη Σολομό.  Η ποθητή στιγμή της μεγάλης συνεργασίας έφτασε προς τα τέλη του 1950, όταν ο Α.Σ. σκηνοθέτησε στο Εθνικό Θέατρο την παρουσίαση του έργου Αγία Ιωάννα του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο. Ο σκηνοθέτης αναζήτησε αμέσως το μουσικό που αντιλαμβανόταν ότι μπορούσε να εμπιστευτεί, και εκείνος δεν πρόδωσε τις προσδοκίες του, αφού έπλασε μουσική για μικρή ομάδα οργάνων η οποία ανταποκρινόταν απολύτως στα κελεύσματα του θεατρικού μύθου. Ωστόσο και το έργο ήταν δύσκολο και η μουσική είχε αμιγώς θεατρικό χαρακτήρα. Έτσι η συνεργασία, ενώ ευτύχησε, δεν απέδωσε την αιωνιότητα. Η υπομονή διάρκεσε μέχρι το 1956. Εθνικό Θέατρο ξανά και τούτη τη φορά Εκκλησιάζουσες του πάντοτε νεανικού, σύγχρονου και επίκαιρου Αριστοφάνη. Για την Επίδαυρο και το Ηρώδειο η προετοιμασία, με πρωταγωνιστές τη Μαίρη Αρώνη και τον Χριστόφορο Νέζερ. Ο Μάνος Χατζιδάκις συνέθεσε μουσική για μικρή ορχήστρα και γυναικεία χορωδία, το χορό δηλαδή. Στο λαϊκό λόγο του Αριστοφάνη, αντιτάσσει λαϊκό μουσικό λόγο. Και αυτό, κατά πως φαίνεται, δεν άρεσε πολύ στους κριτές της παράστασης που είχαν παρωπίδες και μικροαστικές αντιλήψεις. Οι απαλλαγμένοι όμως από τις προκαταλήψεις χαίρονται πραγματικά το όμορφο σμίξιμο της μουσικής με το μύθο.
Η μαρτυρία του σκηνοθέτη είναι ανάγλυφη:
«...Η θριαμβευτική εισβολή του Χατζιδάκι στο Εθνικό Θέατρο άρχισε στα 1956, με την τραγική «Μήδεια» και τις κωμικές ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΕΣ. Μοιάζει σωστό θαύμα -όπως μου είχε θυμίσει και ο ίδιος- που το σεβάσμιο Διοικητικό Συμβούλιο της Κρατικής Σκηνής έδωσε πράσινο φως για την πρώτη μας εκείνη Αριστοφανική εξόρμηση, κι ακόμα μεγαλύτερο θαύμα για να τη συνεχίσουμε με τη «Λυσιστράτη», τις «Θεσμοφοριάζουσες», τους «Βατράχους» και τον «Κύκλωπα» του Ευριπίδη στα κατοπινά χρόνια ...Ωστόσο, από μερικούς η υποδοχή του Αριστοφάνη δεν έγινε μετά Βαΐων και κλάδων. Κι ενώ το γέλιο και τα χειροκροτήματα τράνταζαν το θέατρο της Επιδαύρου απ΄ τα θεμέλια του, υπήρχε κι η μειοψηφία των «ορθοφρονούντων» που διατείνονταν πως τα έργα του Αριστοφάνη δεν πρέπει να παίζονται, αλλά μονάχα ... να διαβάζονται...».
Την επόμενη χρονιά, με ίδιες προδιαγραφές παρουσιάζεται η Λυσιστράτη. Οι … «ορθοφρονούντες» μπορεί να διαμαρτύρονται ξανά, σημασία έχει όμως ότι οι ακροατές ευτυχισμένοι μετά το τέλος της παράστασης τραγουδούν: «Ένα μύθο θα σας πω….». Στο ρυθμό του τσάμικου, παρακαλώ! 
Στην περίπτωση αυτή ερανιζόμαστε τη μαρτυρία του συνθέτη:
«Τω καιρώ εκείνω, που με τον Σολομό, τον Βακαλό και την Αρώνη ανεβάσαμε τη ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ -μάλλον διάσημη για την ιδέα της κι ασήμαντη σαν έργο - επαίξαμε κι οι τρεις. Έπαιξε ακόμη διασκεδάζοντας μαζί μας κι ο αξέχαστος Γενικός τότε του Εθνικού και φίλος μου, Αιμίλιος Χουρμούζιος. Κι επειδή είχαμε ταλέντο, το παιχνίδι μας καλωσορίστηκε μ΄ ενθουσιασμό από τους θεατές.»
Η επιτυχία της Λυσιστράτης φέρνει την επόμενη χρονιά, το 1958 δηλαδή, νέα συνεργασία. Θεσμοφοριάζουσες,  τη φορά αυτή. Για μικτή χορωδία και ορχήστρα η νέα μουσική, στην οποία ο συνθέτης δίδει τον αρ. 13 στον επίσημο κατάλογο των έργων του – η μουσική για τη Λυσιστράτη είναι το έργο 11. Ο Μάνος Χατζιδάκις βρίσκει την ευκαιρία – και δεν την αφήνει βεβαίως ανεκμετάλλευτη – να σχολιάσει, με το γνωστό απολαυστικό λόγο του, τη σχέση του με τους αρχαίους:
«...με τις κωμωδίες του Αριστοφάνη συνδεόμεθα μέσα απ΄ τα διατηρηθέντα ελαττώματα της φυλής, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με τους αρχαίους τραγικούς. Διαβάζοντας Αριστοφάνη, μόνο τότε νοιώθω 3000 ετών Έλλην. Ενώ ο Σοφοκλής, για παράδειγμα, φανερώνει την ανθρώπινη ανωριμότητα μου και το δρόμο που έχω να διανύσω ίσαμε την ολική αποδοχή του».
Την ίδια χρονιά, 1958, Μάνος Χατζιδάκις και Αλέξης Σολομός συνεργάζονται, στη χειμερινή περίοδο, για το Σεξπιρικό Οθέλλο  στο Εθνικό. Θάνος Κωτσόπουλος και Άννα Συνοδινού στους κύριους ρόλους. Οθέλλος και Δυσδαιμόνα,  δηλαδή. Το επόμενο καλοκαίρι η χαρά της συνεργασίας είναι διπλή. Για Επίδαυρο και Ηρώδειο, πάντα με το Εθνικό, ετοιμάζουν Βάτραχους του Αριστοφάνη και Κύκλωπα του Ευριπίδη. Το χειμερινό Εθνικό τους ξαναενώνει με τη Δόνα Ροζίτα του Λόρκα. Από την εξαίσια  μουσική της παράστασης ανθίζει ένα μυρωδάτο «Τριαντάφυλλο». Η κυρία Συνοδινού προφανώς το θυμάται καλά.

 (Διαφημιστική καταχώρηση για την "Οδό Ονείρων"
Πηγή: Ρένα Βλαχοπούλου blog)
 Φτάσαμε στο καλοκαίρι του 1960. Ηρώδειο και Ερωφίλη-Βάσω Μανωλίδου δίνουν νέα ζωή στο λόγο του Χορτάτζη. Εθνικό στην παραγωγή, Αλέξης Σολομός και Μάνος Χατζιδάκις στις επάλξεις για μιαν εισέτι φορά. Σπουδαία θεατρική μουσική που αναίτια έχει μείνει στην αφάνεια. Όπως και εκείνη που συνέθεσε ο Μάνος Χατζιδάκις το καλοκαίρι του 1962 για την κατά Αλέξη Σολομό τραγωδία του Καζαντζάκη Η Μέλισσα. Ηρώδειο και Εθνικό ξανά. Επισκιάστηκε τούτη η τελευταία ίσως, μια και στις 14 Ιουνίου, στο Θέατρο Μετροπόλιταν της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, πρωτοπαρουσιάστηκε η ανεπανάληπτη μουσικοθεατρική νωπογραφία μιας Ελλάδας που ξεθωριάζει,  μιας Ελλάδας που που χάνεται. Ποιος αλήθεια από εκείνους τους τυχερούς που παρακολούθησαν την παράσταση δεν ένοιωσε να βρίσκεται στη δική του Οδό Ονείρων;  Στην παράσταση αυτή εκτός από τον άλλο μόχθο του ο Αλέξης Σολομός συνεισέφερε και τον στιχουργικό του οίστρο. Για δεύτερη και τελευταία φορά; Δεν το γνωρίζω. Ας μας το επιβεβαιώσει ο ίδιος. Ένα ιδιαίτερο τραγούδι γεννήθηκε, πάντως,  για την παράσταση που φέρει και τη δική του υπογραφή. Δεν είναι άλλο από τις περίφημες «Αδελφές Τατά». Κάποιοι το θέλησαν μουσική παρωδία του γνωστού μυθιστορήματος της Άγκαθα Κρίστι Δέκα Μικροί Νέγροι. Κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι μια σύγχρονη μινιατούρα τραγωδίας. Θυμηθείτε: «Μα η Μοίρα κυβερνά, και δεν έμεινε καμιά…». Η Οδός Ονείρων αποτέλεσε το opus 20 του Μάνου Χατζιδάκι. Εξαργυρώθηκε ως το κορυφαίο μουσικοθεατρικό γνήσια ελληνικό έργο.
Το επόμενο δημιούργημα στον κατάλογο των έργων του Μάνου Χατζιδάκι, το έργο 21 δηλαδή, έμελλε να είναι και το κύκνειο άσμα της συνεργασίας των δυο θεατρανθρώπων. Περίοδος 1962-1963. Καίσαρας και Κλεοπάτρα του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο. Στο Ρεξ με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Για ποικίλους λόγους η παράσταση, παρά  τις προσδοκίες, ατύχησε.
Γλαφυρός ο λόγος του Μ.Χ.
«...Μια μουσική όχι τόσον άνετη για εύκολη τέρψη θεατού, με απηχήσεις διανοουμενίστικου ευρωπαϊκού καφενείου κείνης της εποχής, σκηνικά και κοστούμια του Εγγονόπουλου, υπέροχα ζωγραφικά και γνήσια θεατρικά, αλλά χωρίς την επιθεωρησιακής υφής χλιδή που απαιτούσαν οι τότε ελληνικοί καιροί σε μια υπερπαραγωγή, σκηνοθεσία Σολομού με κλασσικές προδιαγραφές αλλά και με εμπνευσμένες αυθαιρεσίες (δεν είχαν φανεί ακόμα οι νεώτεροι σκηνοθέτες μας για να μας συνηθίσουν) και τέλος μια Αλίκη με κατάμαυρα μαλλιά, πανέμορφη μεν, αλλά όχι ξανθιά ...»
Σε αυτό το σημείο ολοκληρώθηκε η ευτυχισμένη συνεργασία των δυο επιφανών δημιουργών. Ιδού, όμως, πως την περιγράφει, ως Μελωδική Ανάμνηση, ο εκ των δυο παρών:
 «Τη στερνή χρονιά της γερμανικής κατοχής, όταν ο Κουν μου έκανε την τιμή ν’ ανεβάσει την κωμωδία μου Ο τελευταίος Ασπροκόρακας, έψαχνα συνθέτη για τα τραγούδια που θα έλεγε η Αλέκα Μαζαράκη-Κατσέλη. Κάποιος μου είπε πως υπάρχει στο Παγκράτι ένας ταλαντούχος νέος μουσικός. Όταν πήγα, μου άνοιξε η μητέρα του και βρήκα το γιο της  καθισμένο στο πιάνο. Δέχτηκε με χαρά την πρότασή μου και η παράσταση ενισχύθηκε με τα χαριτωμένα τραγούδια «Το όνομά μου είναι Ρόζα» και «Νικαράγκουα». Ήτανε το ντεμπούτο του Χατζιδάκι στο θέατρο, αλλά και στη δόξα. Την επόμενη χρονιά για το Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα του Ο’ Νιλ στο θέατρο της Κατερίνας Ανδρεάδη, ο Μάνος έφτιαξε ένα κωμικό τραγουδάκι που το έλεγε ο Ντίνος Ηλιόπουλος (σ.σ. το τραγούδι αυτό μετεξελίχθη στο τραγικό «Ο Τζόνης ο Μπόγιας», που έπλασε ο Μάνος Χατζιδάκις σε στίχους Νίκου Γκάτσου για τον κύκλο Μυθολογία). Συναντηθήκαμε ξανά», συνεχίζει ο Αλέξης Σολομός, «- ύστερα από μια τετραετία μου στο εξωτερικό – όταν παίχτηκε στην Αίγινα το χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου Μαρσύας, με μουσική δική του και μ’ εμένα να βαστάω τον πάσσαλο που στήριζε το χορευτικό γαϊτανάκι!
Η πιο σημαντική συνεργασία μας αρχίζει το 1956 στο Ηρώδειο και κατόπιν στην Επίδαυρο με τις κωμωδίες του Αριστοφάνη, που η επιτυχία τους  πολλά χρωστάει στον Χατζιδάκι – έστω και αν κάποιος άμουσος κριτικός κατακρίνει τη μουσική για ρεμπέτικη! Παράλληλα υπάρχει η αξιολογότατη συμβολή του στη Δόνα Ροζίτα του Λόρκα, με το μελωδικό «Τραγούδι του τριαντάφυλλου» και σε άλλα ακόμα έργα του Εθνικού Θεάτρου.
Το 1962 θα συνεργαστούμε θαυμάσια στην Οδό Ονείρων, μαζί με τον Αργυράκη, τον Χορν, την ασύγκριτη Ρένα Βλαχοπούλου και άλλους αξιόλογους συντελεστές. Η ψυχή της παράστασης  είναι, φυσικά, τα τραγούδια που συνοδεύουν τα κωμικά επεισόδια, αλλά και μια σύντομη ταινία, όπου ο Μάνος εμφανίζεται καβάλα σ’ ένα γάιδαρο – η ταινιούλα αυτή χάθηκε από τα ντουλάπια του Φίνου.
Δυστυχώς η επόμενη συνεργασία μας δε στάθηκε επιτυχημένη. Τα τραγούδια του Μάνου στον Καίσαρα και Κλεοπάτρα δεν ταιριάξανε στο έργο του Μπέρναρντ Σο και ήταν ανοησία δική μου να το παρουσιάσω σαν μιούζικαλ. Και ο Καίσαρας να τραγουδάει τα «Παπάκια»… Αργότερα, όταν ανέβασα Όρνιθες του Αριστοφάνη σε ένα αμερικάνικο θέατρο, περίμενα να μου  στείλει ο Χατζιδάκις την ωραία μουσική του, αλλά αυτή δεν πέρασε έγκαιρα τον Ατλαντικό και αναγκάστηκα να κάνω την παράσταση με πρόχειρη συνεργασία μέτριων αμερικανών μουσουργών.
Παρ’ όλα αυτά μείναμε πάντα καλοί φίλοι και δεν έπαψα να θαυμάζω τις δημιουργίες του. Οι τελευταίες μου αναμνήσεις είναι δυο θάνατοι. Ο ένας της μητέρας του, όταν πήγαμε να τον συλλυπηθούμε με τη Μελίνα, κι ο άλλος ο δικός του σ’ ένα βουνίσιο εκκλησάκι. Μεγάλο πλήθος κόσμου είχε έρθει να τον κλάψει και ο τάφος του σκεπάστηκε με λουλούδια των γειτονικών ανθοπωλείων. Εγώ έκοψα ένα θυμαράκι του βουνού και του το έριξα. Ένοιωθα πως το αρωματικό αυτό γέννημα της ελληνικής γης θύμιζε περισσότερο τη γνήσια μουσική του αλησμόνητου Μάνου Χατζιδάκι».
Δεν το ξέρετε κ. Σολομέ, ήρθε η ώρα να το μάθετε. Εκείνο το απομεσήμερο του Ιουνίου του 1994 – περάσαν κιόλας 10 χρόνια – ακολουθώντας τα βήματά σας, απόθεσα και εγώ ένα θυμαράκι εκεί πλάι στο δικό σας.
Όσο για τη μουσική που σας χάρισε, που μας χάρισε, είχε έναν εξαίρετο και ακριβό οργανικό ρόλο στις παραστάσεις. Αποτελούσε πρόλογο ή επίλογο των πράξεων και των εικόνων, αποτελούσε χορικό και λυρικό συνάμα δεσμό μεταξύ τους. Ήταν μια πραγματική μουσική των αισθήσεων.  Και την ευκαιρία να τεχνουργήσει του την προσφέρατε εσείς. Σας ευχαριστούμε, σας ευγνωμονούμε γιαυτό.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Γιώργος Μονεμβασίτης γράφει για το Τρίτο Πρόγραμμα

Την κατηφόρα που έχει πάρει τα τελευταία χρόνια το Τρίτο Πρόγραμμα σχολιάζει με αιχμηρό, αλλά τεκμηριωμένο - όπως πάντα - τρόπο ο γνωστός κι αγαπημένος μας Γιώργος Μονεμβασίτης μ' ένα κείμενό του που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο τεύχος 52 του περιοδικού ΠΟΛΥΤΟΝΟΝ. Διαβάστε και μελαγχολήστε...

ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Μικρογραφία σου Ελλάδα
του Γιώργου Β. Μονεμβασίτη
Τον Φεβρουάριο του 2008 ο Νίκος Δήμου, γνωστός συγγραφέας, και καλός γνώστης της μουσικής και της  ραδιοφωνικής πραγματικότητας, δημοσίευσε στο ιστολόγιό του σχόλιο με όνομα «Το Τρίτο που ντρέπεται». Το λιτό και ... διαγνωστικό αυτό σχόλιο, άρχιζε με τη διαπίστωση «Τα τελευταία χρόνια το Τρίτο Πρόγραμμα έχει περιπέσει στο θανάσιμο αμάρτημα του λαϊκισμού», γεγονός που είχε προκαλέσει αίσθηση και είχε αναπαραχθεί από πολλά ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα, του Πολυτόνου μη εξαιρουμένου (τεύχος 27 Μάρτιος – Απρίλιος 2008, σελ. 14). 
Σήμερα, μετά τέσσερα χρόνια, ο αντικειμενικός παρατηρητής μπορεί να καταλογίσει στο Τρίτο, πολλά ακόμη αμαρτήματα, θανάσιμα ή μη. Η παρακμή του άλλοτε αξιοσέβαστου προγράμματος της ΕΡΑ, σταματημό δεν έχει.
Ο συντάκτης του παρόντος από τετραετίας περίπου, έχει σταματήσει να ακούει το Τρίτο, μια και δεν άντεχε προσβλητικά για τη νοημοσύνη του σχόλια όπως «... ο φίλος του Σοπέν Τζωρτζ Σαντ...», «... η αδελφή του Τζωρτζ Γκέρσουιν, Ήρα Γκέρσουιν...», «Τα μέρη του έργου είναι  αλέγκρο, γκρέιβ...». Περιστασιακά άκουγα – και ακούω, ακόμη - τα πρωινά και τα απόβραδα Σαββάτου και Κυριακής, όταν το Τρίτο διατηρεί την αξιοπρέπειά του, αφού τότε  εξέπεμπαν παραγωγοί, οι οποίοι σέβονται τη μουσική, τη γλώσσα, τον ακροατή, όπως ο  Στέλιος Μούστος, ο Ανδρέας Ρικάκης, ο Γιάννης Ευσταθιάδης, ο Χρίστος Παπαγεωργίου, ο Γιώργος Μανιάτης, ο Μενέλαος Καραμαγκιώλης...
Υπήρξαν και υπάρχουν άξιοι. Αυτοί όμως αποτελούν, δυστυχώς, την εξαίρεση, που επιβεβαιώνει τον κανόνα.   Συνήθως, όποτε μπορώ, ακούω  την εκπομπή «Έξι χορδές σαν μια ορχήστρα» του προσφιλούς Στέλιου Μούστου, που μεταδίδεται κάθε Σάββατο 9:00-10:00 το πρωί, επειδή, εκτός των προαναφερθέντων, εστιάζει στην κιθάρα, αγαπημένο μου μουσικό όργανο.
Έτσι άρχισα να ακούω, το Σάββατο 24.12.2011 μετά τις  10 το πρωί, εκπομπή με χριστουγεννιάτικα τραγούδια, την οποία παρουσίαζε κυρία, το όνομα της οποίας μου διέφυγε. Λίγο μετά την έναρξή της είπε: «Και τώρα, από μια σπάνια ηχογράφηση του 1957, ο δεκαεπτάχρονος τότε Έλβις Πρίσλεϋ τραγουδά για τα Μπλε Χριστούγεννα». Το εγκεφαλικό δεν ξέρω πώς το γλίτωσα! Εντάξει, δεν γνωρίζει η κυρία ότι ο Πρίσλεϋ γεννήθηκε το 1935, οπότε το 1957 βάδιζε στα 22 του, αλλά Μπλε (!) Χριστούγεννα; Δηλαδή θα μετέφραζε τους στίχους του τραγουδιού “I’ll have a Blue Christmas without…” ως, «Θα είναι μπλε τα Χριστούγεννά μου χωρίς εσένα...»; Ντροπή! Άκουσα λίγο ακόμη, διαπίστωσα ότι τα «αμαρτήματα» συνεχίζονταν, και άλλαξα σταθμό, για να αποφύγω τα χειρότερα. Μετά μιαν ακριβώς εβδομάδα (31 Δεκεμβρίου), την ίδια ώρα, στις 10 το πρωί, μετά την εκπομπή του Μούστου, μεταδόθηκε, προηχογραφημένη προφανώς,  ωριαία εκπομπή, του επίσης προσφιλούς Κυριάκου Λουκάκου, για την  οποία είχε επιλέξει ερμηνείες λαϊκών τραγουδιών από λυρικούς τραγουδιστές και τραγουδίστριες.  Η όμορφη, κατά τα άλλα, εκπομπή άρχισε με το «Καλησπέρα σας» και τέλειωσε με το «Καληνύχτα σας»!!!         

Το ουσιώδες πρόβλημα

H παρακμή του Τρίτου άρχισε με την ανάληψη της ευθύνης του από τον κ. Δημήτρη Παπαδημητρίου,  το 2002. Το στελέχωσε με ημέτερους, αγνοώντας τις έννοιες αξιοκρατία και διαφάνεια. Έτσι πορεύεται μέχρι σήμερα, όπως φάνηκε και από τις επιλογές που έγιναν μετά την προκήρυξη του 2010 για την πρόσληψη μουσικών παραγωγών.  Είχα υποβάλλει και εγώ εκδήλωση ενδιαφέροντος, όχι για να με προσλάβουν, βεβαίως, αλλά για να ... κερδίσω ένα στοίχημα – το οποίο, πράγματι κέρδισα, μια και κρίθηκα ανεπαρκής!
Κατά τα λοιπά περιμένουμε από τον κ. Παπαδημητρίου να υλοποιήσει τις εξαγγελίες που καταγράφηκαν σε συνέντευξή του, προς τον Δημήτρη Κανελλόπουλο (24η Οκτωβρίου 2010, «Επτά», ένθετο της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας), μετά την τοποθέτησή του στη θέση του Γενικού Διευθυντή της ΕΡΑ. Μεταφέρω δυο φράσεις του:
«Σύντομα θα υπάρξει νέος διευθυντής (σ.σ. στο Τρίτο).  «Το όνομά του θα δημιουργήσει έκπληξη.»
 «Έχω ανακαλύψει τον νέο Παπαστεφάνου, τον νέο Γεραμάνη, τον νέο Πετρίδη, τον νέο Γιαννουλόπουλο μέχρι και τη νέα Ρηνιώ Παπανικόλα».
Μα, πού μας τους κρύβει όλους αυτούς;   
Επί των ημερών του κ Παπαδημητρίου η πρωινή ζώνη, που αποτελεί την αιχμή του προγράμματος, αναδείχθηκε στον πλέον αδύναμο κρίκο του, που έγινε ακόμη πιο αδύναμος με την ένθεση του φίλου Χρήστου Μιχαηλίδη σε αυτήν, στις αρχές του 2008 – υποψιάζομαι ότι υπήρξε η αφορμή για την γραφή από τον Νίκο Δήμου του προμνημονευθέντος σχολίου.
Τον Χρήστο γνωρίζω από την εποχή της «συγκατοίκησής» μας στην Ελευθεροτυπία. Παλιότερα, του είχα στείλει μηνύματα, με φιλική διάθεση, επισημαίνοντας σφάλματα στα σχετικά με τη μουσική γραφόμενά του. Τον προσφωνούσα μάλιστα «φίλτατο». Ανέτρεξα στα αρχεία μου και εντόπισα μήνυμα που του έστειλα στις 11.10.2005 με το οποίο τον μάλωνα με χιούμορ επειδή σε κείμενό του, 200 περίπου λέξεων, για τον Ιάννη Ξενάκη, που είχε δημοσιευτεί την προτέραν, είχα εντοπίσει 9 (ναι εννέα, που εκ των υστέρων έγιναν δέκα!) ουσιαστικά λάθη! – έχω και την απολογητική απάντησή του στο μήνυμά μου.    
Άκουσα με ενδιαφέρον τις πρώτες του εκπομπές στο Τρίτο. Θυμάμαι καλά αναφορές στην «Κάρμεν του Μπίζε», στον «Αρχιτραγουδιστή της Νυρεμβέργης», στον «Νυχτοβάτη του Μπελλίνι», στο «Κομμάτι του Μότσαρτ με κάπα-βήτα...». Μετά έπαψα να θυμάμαι, γιατί ... έπαψα να ακούω. Μάθαινα, ωστόσο, είτε από γνωστούς και φίλους, είτε από σεργιάνι στο διαδίκτυο, ότι τα σφάλματα συνεχίζονταν με αδιάπτωτο ρυθμό. Δυο, τρία, πέντε, οκτώ λάθη να τα συγχωρήσει (;) κανείς. Στην περίπτωση αυτή όμως, κατά πως φαίνεται  πρόκειται για λάθη κατά συρροήν!  Όχι λάθη απόδοσης ονομάτων, αλλά λάθη ουσίας.
Και αυτά συνεχίζονται, όπως απέδειξε έρευνα των τελευταίων ημερών, που ακολούθησε το αίτημα, στις αρχές Φεβρουαρίου, από τη διεύθυνση του περιοδικού να συντάξω αυτό το κείμενο για το Τρίτο. Μου εστάλησαν αρκετές ηχογραφημένες μαρτυρίες, από πρόσφατες μεταδόσεις, από τις οποίες ανθολόγησα ενδεικτικά πέντε, διαφορετικής υφής (1). Παραθέτω τις απομαγνητοφωνήσεις με ελάχιστα διευκρινιστικά σχόλια.      
1) «Χμ, χμ. Αυτή ήταν η Μαριάνθη των ανέμων, τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι. Αξέχαστη η ερμηνεία, αξεπέραστη μάλλον, η ερμηνεία από τη Φλέρυ Νταντωνάκη. Διασκεύασαν, τώρα, το τραγούδι αυτό για κιθάρα ο Νότης Μαυρουδής και ο Παναγιώτης Μάργαρης που το ερμήνευσαν κιόλας.» (σ.σ. Η Φλέρυ Νταντωνάκη, ουδέποτε ερμήνευσε, επίσημα, τουλάχιστον,  το τραγούδι αυτό).
2) «Καμίλ Σαιν-Σανς: Ο Κύκνος, από το Καρναβάλι των Ζώων. Την Ζακλίν Μπισέ στο τσέλο συνοδεύει, εδώ με την άρπα, ο σπουδαίος Ουαλός Όσιαν Έλις. » (σ.σ. Ζακλίν Μπισέ τσελίστρια  ΔΕΝ υπάρχει. Ηθοποιός με τέτοιο όνομα, ναι).
3) «Θα την ακούσουμε από τη Συμφωνική Ορχήστρα του Μπόρνμουθ, υπό τη διεύθυνση του Αμερικανού μαέστρου και βιολονίστα Μαρίν Όλσοπ  --- ακολουθεί η μετάδοση --- Ακούσαμε λοιπόν τη 2η Συμφωνία του Κουρτ Βάιλ, είπαμε μερικοί τη χαρακτήρισαν ένα από τα ξεχασμένα αριστουργήματα του 20ου αιώνα.  Τρία ήταν τα μέρη της Σοστενούτο, Λάργκο το δεύτερο και Αλέγκρο βιβάτσε το τρίτο. Την ακούσαμε από τη Συμφωνική Ορχήστρα του Μπόρνμουθ, υπό τη διεύθυνση του Αμερικανού μαέστρου και βιολονίστα Μαρίν Όλσοπ.» (σ.σ. Είναι, βεβαίως, η βραβευμένη αρχιμουσικός και βιολονίστα Μάριν Όλσοπ).
4) «Μάλιστα. Ακούσαμε δυο κομμάτια από την μουσική που έγραψε για την ταινία κινουμένων σχεδίων του Γουόλτ Ντίσνεϊ Ποκαχόντας, ο Άλαν Μένκεν…» (σ.σ. Ο Ντίσνεϋ πέθανε το 1966, η ταινία γυρίστηκε το 1995).
5) «Συνεχίζουμε με τη μουσική που έγραψε ο Νικόλα Πιοβάνι για την ταινία Λα βίτα ε μπέλα – Η ζωή είναι ωραία. Ανακαλύψαμε μια ωραιότατη Βαρκαρόλα στη μουσική της ταινίας αυτής.» Ακολουθεί μετάδοση της Βαρκαρόλας από τα Παραμύθια του Χόφμαν, του Όφφενμπαχ, με την ισπανίδα σοπράνο Μοντσεράτ Καμπαγιέ - έτσι ακουγόταν και στην ταινία του Μπενίνι - και μετά τη μετάδοση ακολουθεί το σχόλιο: «Μια ωραιότατη Βαρκαρόλα από τη μουσική που έγραψε ο Νίκολα  Πιοβάνι για την ταινία Λα βίτα ε μπέλα…».
Αξιοπερίεργο είναι ότι ουδείς από τους ακροατές της εκπομπής του, τηλεφώνησε κατά τη μετάδοση, ώστε να του υποδείξει τα λάθη.
Συντάσσοντας αυτό το σχόλιο το πρωί της Πέμπτης 9 Φεβρουαρίου, άνοιξα γύρω στις εννιά το ραδιόφωνο στη συχνότητα του Τρίτου, θέλοντας να αποκτήσω «ιδίαν γνώσιν» του σήμερα. Ιδού τι άκουσα:
«Ακούμε το πρώτο μέρος Η θάλασσα και το πλοίο του Σίνμπαντ. Τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου διευθύνει ο Γιεβγένι Σβετλάνοφ». --- μετάδοση μουσικής --- και μετά «Το εναρκτήριο μέρος Η θάλασσα και το πλοίο του Σίνμπαντ, από τη συμφωνική σουίτα Σεχραζάτ του Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ …» (σ.σ. Σεβάχ τον λέμε στα ελληνικά, όχι Σίνμπαντ). Ενδιάμεσα  τηλεφώνησα στο σταθμό και ζήτησα τον Χρήστο για να τον ενημερώσω για το λάθος. Με πληροφόρησε ο τεχνικός ότι η εκπομπή ήταν προηχογραφημένη...
Την επομένη, 10.02, την ίδια ακριβώς ώρα άκουσα: «Από το έργο του Άρβο Περτ Αλίνα θα ακούσουμε, τώρα, το κομμάτι Σπίγκελ ιμ Σπίγκελ. Το ερμηνεύουν  ο Βλαντιμίρ Σπιβάκοφ, στο βιολί,  και ο Σεργκέι Μπεσρόντνι στο πιάνο». Μεταδίδεται η μουσική και μετά:  «Ήταν το Σπίγκελ ιμ Σπίγκελ, από την σύνθεση του Άρβο Περτ ‘Αλίνα’, στο βιολί ο Βλαντιμίρ Σπιβάκοφ και στο πιάνο ο Σεργκέι Μπεσρόντνι». (σ.σ. Έργο του Περτ με όνομα Αλίνα δεν υπάρχει. Υπάρχει το ‘Φιρ Αλίνα’ για σόλο πιάνο. Το Σπίγκελ ιμ Σπίγκελ είναι άλλο έργο, ανεξάρτητο και αυτοδύναμο!).

Στο «δια ταύτα»...

Ας σκεφτούμε λοιπόν, μετά από αυτά,  ποιο είναι το Τρίτο, τι αντιπροσωπεύει ή τι θα έπρεπε να αντιπροσωπεύει. Ιδίως σήμερα. Πώς να εκτιμήσει κανείς ένα πρόγραμμα που χαρακτηρίζεται, εκτός των αναφερθέντων, από ημιτελείς μεταδόσεις μουσικής, χάσματα, απουσία αποφωνήσεων, ομιλίες τη στιγμή που μεταδίδεται η μουσική και γενικά απουσία δεοντολογίας; Πέραν δε τούτων οι  συνεχείς επαναλήψεις, δημιουργούν διαρκώς προβλήματα παραπληροφόρησης.
Τέλος, με λυπεί, αφάνταστα ότι υπάρχουν  αυτόκλητοι (?) υπερασπιστές του. Είτε είναι κόλακες, είτε εθελοτυφλούν, είτε είναι άμουσοι, είτε ημιμαθείς.
Μετά από όλα αυτά τι άλλο από «Καληνύχτα σας», μπορεί να πει κανείς; Αν, βεβαίως, ζούσε η αλησμόνητη Μαρία Ρεζάν, άλλη φράση θα εκστόμιζε...  

Σαν υστερόγραφο:
Η σύνταξη του παρόντος  σχολίου ολοκληρώθηκε στις 19 Φεβρουάριου 2012 – είχε οριστεί ως καταληκτική ημερομηνία αποστολής η 20η Φεβρουαρίου,  ώστε τότε για να δημοσιευτεί στο τεύχος 51 (Μάρτιος – Απρίλιος) του περιοδικού. Απεστάλη αμέσως (19 Φεβρουαρίου), όμως δεν κατέστη εφικτή η δημοσίευσή του στο συγκεκριμένο τεύχος  λόγω «πληθώρας ύλης». Έκτοτε έχουν συμβεί τα ακόλουθα που διογκώνουν το πρόβλημα «Τρίτο».
1) Η μονοετής σύμβαση του Χρήστου Μιχαηλίδη, που είχε λήξει ανανεώθηκε για ένα ακόμη χρόνο, τον Φεβρουάριο.
2) Ανανεωμένο πρόγραμμα της πρωινής ζώνης του Τρίτου (8:00-14:00) άρχισε να μεταδίδεται περί τα τέλη Φεβρουαρίου, χωρίς τον Χρήστο Μιχαηλίδη, αλλά με παραγωγούς-παρουσιαστές,  κατά σειράν, τους Γιώργο Φλωράκη, Διονύση Μαλούχο και Χρίστο Παπαγεωργίου.
3) Μετά μιαν εβδομάδα εκπομπών με τους προαναφερθέντες, η ανθρώπινη παρουσία σχεδόν εξαφανίστηκε από την πρωινή ζώνη. Μόνο κάποια ολιγόλεπτα ένθετα και η παρουσία κάθε Τρίτη και Πέμπτη 10:00-12:00 της Τζουλιέτας Καρόρη υπενθυμίζουν και δικαιολογούν την ύπαρξη του προγράμματος.
4) Παρ’ όλα αυτά τα ονόματα των προμνημονευθέντων παραγωγών (Φλωράκης, Μαλούχος, Παπαγεωργίου) εξακολουθούν να εμφανίζονται μέχρι σήμερα στο πρόγραμμα ραδιοφώνου του περιοδικού  Ραδιοτηλεόραση (τεύχος 2201, 20-26 Απριλίου 2012).  Ο δε επίσημος ιστότοπος του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, http://www.ert.gr/trito/index.php/programma.html, επιμένει, βεβαίως, ότι το πρόγραμμα καλώς έχει,  συνεχίζοντας μέχρι σήμερα (19 Απριλίου) να αναφέρει ονόματα και ραδιοακροάματα που δεν υπάρχουν! 
5) Κατά τα λοιπά, τουλάχιστον μέχρι σήμερα 19 Απριλίου, οπότε ολοκληρώθηκε η παρούσα αναθεωρημένη μορφή του σχολίου, μεταδίδονται, συνήθως «ατάκτως ερριμμέναι»,  επιλογές λόγιας-κλασικής μουσικής χωρίς ίχνος πληροφόρησης. Υψίστη περιφρόνηση προς τον ακροατή, αφού η πληροφόρηση αποτελεί βασική υποχρέωση του καλού και σωστού ραδιοφώνου.
Επιπλέον ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι δεν έχει υπάρξει κάποια επίσημη ανακοίνωση, που να αιτιολογεί και δικαιολογεί τη χαώδη και απογοητευτική αυτή κατάσταση. Ούτε καν ότι ... «Λεφτά δεν υπάρχουν»!

ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ:
(1) Τα αναφερόμενα λάθη είναι μόνον ενδεικτικά. Πολύ περισσότερα έχουν αποσταλεί ηλεκτρονικά σε μορφή mp3,  στη σύνταξη του περιοδικού, απ’ όπου όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να τα αναζητήσει.

_____________________________________________
Ο Γιώργος Β. Μονεμβασίτης είναι Πολιτικός Μηχανικός του ΕΜΠ, κριτικός και ιστορικός μουσικής. Για μία εικοσαετία περίπου (1982-2000), συνεργάστηκε αδιαλείπτως με το Τρίτο Πρόγραμμα. Από το 1996 έως το 1999 υπήρξε Διευθυντής του Δευτέρου Προγράμματος της ΕΡΑ.  


Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Γιώργος Καραγκούνης: Ο ψυχάρας των γηπέδων!!!

Αντιγράφω από πρόσφατο δημοσίευμα της ισπανικής εφημερίδας Marca αφιερωμένο στον Έλληνα ποδοσφαιριστή Γιώργο Καραγκούνη:

«Ηταν ο ήρωας της Ελλάδας και ένα από τα αστέρια της στο πρόσφατο EURO. Ο Γιώργος Καραγκούνης, ο Ελληνας πολεμιστής, ο capitán της τελειότητας και ο Αγιος του εθνικού συγκροτήματος του Φερνάντο Σάντος παραμένει αυτή τη στιγμή χωρίς ομάδα. Δεν συμφώνησε στην επέκταση του συμβολαίου του με τον Παναθηναϊκό και ούτε στην Ελλάδα ούτε και στην Ευρώπη εμφανίστηκαν ομάδες διαθέσιμες να του δώσουν μία ευκαιρία.
Μα στα αλήθεια, δεν υπάρχει καμία ομάδα που να χρειάζεται έναν Καραγκούνη; Σε ένα καλοκαίρι που η Μπάγερν έδωσε 40 εκατ. για τον Χάβι Μαρτίνεθ, που η Ζενίτ τρελάθηκε και εκταμίευσε 80 εκατ. για τους Χουλκ-Βίτσελ και η Τσέλσι 30 εκατ. για έναν υποσχόμενο Βραζιλιάνο (Οσκαρ) που θα έχει μικρό χρόνο συμμετοχής, κανείς δεν θέλησε να αποκτήσει ΔΩΡΕΑΝ έναν τόσο σημαντικό μέσο; Εναν μπαρουτοκαπνισμένο πολεμιστή  που έχει δώσει το παρών σε χιλιάδες μάχες και που μπορεί να βοηθήσει για τουλάχιστον δύο σεζόν ακόμα.
Τα 35 χρόνια που αναγράφονται στο βιογραφικό του αναμφίβολα αποτελούν τροχοπέδη. Αλλά, κανείς δεν είδε τα όσα σπουδαία έκανε στο EURO ο Γιώργος; Το παρελθόν του σε Ιντερ και Μπενφίκα αρκεί ώστε να διαλύσει τις αμφιβολίες για το εάν μπορεί να τα καταφέρει σε κάποια κορυφαία λίγκα. Αλλά, μα καλά οι 100+ συμμετοχές του με το εθνόσημο δεν αρκούν ώστε να βρει τουλάχιστον ομάδα στην ίδια την χώρα του;
Στο Παναθηναϊκό ξεκίνησε μία επαναδιαπραγμάτευση αναφορικά με τα συμβόλαια των παικτών του, ώστε να γίνει μείωση στους μισθούς. Εκεί ξεκίνησε και διαφορά μεταξύ της ομάδας και του Ελληνα αρχηγού. Τώρα ο Καραγκούνης βρίσκεται ένα βήμα από την απόσυρση του εφόσον δεν βει ομάδα. ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΟΜΑΔΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΑΝΟΙΞΤΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΨΤΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ. Υπάρχει Καραγκούνης, για λίγο ακόμα... »
Το δικό μου σχόλιο:
 Είμαι Ολυμπιακός. Και είμαι αθεράπευτος θαυμαστής του Κάρα!!! Άνθρωπος συνώνυμος απόλυτα με την έννοια του ποδοσφαίρου. Κάρα και μπάλα ένα και το αυτό! Μαζί με τα ελαττώματά του, τα θεατρινίστικα καμώματά του, τις διαμαρτυρίες στους διαιτητές. Όποιος δε βλέπει αυτή τη μεγάλη ψυχή, δε βλέπει πέρα απ' τη μύτη του. Να ένας καλός λόγος που δεν είμαι Παναθηναϊκός! Γιατί είναι η ομάδα - Κρόνος που τρώει τα παιδιά της. Ποιος δεν έχει μείνει με την αναπάντητη τόσα χρόνια απορία γιατί ο νταμπλούχος Παναθηναϊκός του 2004 με τα 2/3 της πρωταθλήτριας εθνικής του Euro να αποτελούνται από παίχτες δικούς του φρόντισε αμέσως μετά να τους χάσει όλους και να χάσει το έδαφος κάτω απ' τα πόδια του σε όλες τις διοργανώσεις εδώ και χρόνια; Έκτοτε αυτή η ομάδα κουβαλάει το στίγμα του καταραμένου. Πάντα της φταίνε οι άλλοι! Η αφόρητη αυτή γκρίνια με τη διαιτησία (συχνά βάσιμη, συχνότερα όμως αδικαιολόγητη) έχει καταντήσει όλους τους παίχτες (π.χ. Κατσουράνης πρόσφατα) και τους λοιπούς παράγοντες (Φερέιρα, Αλαφούζος) κραυγαλέα κομπλεξικούς και ανίκανους να ξεφύγουν απ' αυτή τη μικροπρέπεια. Ο Κάρα ήταν η μόνη υγιής δύναμη σ' αυτή τη θλιβερή ομάδα. Και γιαυτό δεν ταίριαζε μαζί της κι έπρεπε να αποβληθεί! Με γεια τους με χαρά τους. Φαντάζομαι πως τούτη την ώρα ο ψυχάρας διαβάζοντας αυτό το διθυραμβικό δημοσίευμα της ισπανικής εφημερίδας θα χαμογελά με σαρδόνεια ικανοποίηση. Του αξίζει!!!