Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Κάρολος Κουν, Μάνος Χατζιδάκις: Ο Ματωμένος Γάμος του Λόρκα (1955/2006)

Το 1945, δυο χρόνια μετά την έκδοση της περίφημης «Αμοργού» (1943) και λίγο μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον γερμανικό ζυγό, ο Νίκος Γκάτσος μας χάρισε τη μνημειώδη ελληνική απόδοση του εμβληματικού θεατρικού έργου «Ματωμένος γάμος» του μεγάλου Ισπανού δραματουργού Federico Garcia Lorca (1898-1936). To βαρυσήμαντο αυτό κείμενο αξιοποίησε ο Κάρολος Κουν για την ιστορική παράσταση που ανέβασε στο Θέατρο Τέχνης το 1948 με την αξεπέραστη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι
Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Κάρολος Κουν επανήλθε στο ίδιο έργο με τους ίδιους βασικούς συνεργάτες (Νίκο Γκάτσο, Μάνο Χατζιδάκι) το 1955 σε μια δεύτερη σειρά παραστάσεων. Την ίδια εποχή μάλιστα η συγκεκριμένη παράσταση γνώρισε και μία ραδιοφωνιή προσαρμογή από τον Ιάκωβο Καμπανέλλη και μεταδόθηκε από την Ελληνική Ραδιοφωνία στο πλαίσιο της σειράς Το Θέατρο της Τετάρτης. Η ηχογράφηση αυτή εκδόθηκε το 2006 σε ψηφιακό δίσκο ενταγμένη στη σειρά «Το ραδιόφωνο που αγαπήσαμε» και διανεμήθηκε μέσω του περιοδικού Ραδιοτηλεόραση. Ακούγονται οι ηθοποιοί: Βάσω Μεταξά (μάνα), Ελένη Χατζηαργύρη (νύφη), Θάνος Κωτσόπουλος (Λεονάρντο), Τόνια Καράλη (γυναίκα του Λεονάρντο), Ρίτα Μουσούρη (πεθερά), Λυκούργος καλλέργης (πατέρας), Κώστας Μπάκας (φεγγάρι) και άλλοι. Ο Μάνος Χατζιδάκις συνοδεύει τη δράση του έργου παίζοντας στο πιάνο τις υπέροχες μελωδίες του.

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Διονύσης Τσακνής, F.G. Lorca: Ματωμένος γάμος (2008)

Άλλη μια ενδιαφέρουσα μουσική σύνθεση γραμμένη για τον «Ματωμένο Γάμο» του Λόρκα είναι αυτή που υπογράφει ο Διονύσης Τσακνής για λογαριασμό του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης που ανέβασε το έργο το καλοκαίρι του 2008. Τη σκηνοθεσία έκανε ο Κώστας Τσιάνος, τη μετάφραση ο Ερρίκος Μπελιές, τα σκηνικά και κοστούμια η Ρένα Γεωργιάδου, ενώ τους στίχους των τραγουδιών έγραψε ο σκηνοθέτης. Στη διανομή των ρόλων έλαβαν μέρος μεταξύ άλλων οι ηθοποιοί: Νεκταρία Γιαννουδάκη (μάνα), Δημήτρης Σδρόλιας (γαμπρός), Κλειώ-Δανάη Οθωναίου (νύφη), Μέμος Μπεγνής (Λεονάρντο), Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου (γυναίκα του Λεονάρντο), Λευτέρης Μποτωνάκης (πατέρας), Ελένη Τζαγκαράκη (πεθερά).
Ο Διονύσης Τσακνής έγραψε μια σειρά οργανικά και φωνητικά θέματα που υπηρετούν το πνεύμα της παράστασης, ενώ οι μελωδίες και ρυθμοί πατάνε βαθιά στην ελληνική παράδοση, πράγμα που αντανακλάται και στην ενορχήστρωση των τραγουδιών που βασίζεται πολύ σε παραδοσιακά όργανα, όπως κλαρίνο, λαούτο, σαντούρι, λύρα, γκάιντα, νέι, ντουντούκ και νταούλι. Προσωπικά επικροτώ απόλυτα τη συγκεκριμένη επιλογή, καθώς ήδη από την εποχή την ελληνικής του μεταφοράς μέσω της γόνιμης απόδοσης του Νίκου Γκάτσου ο «Ματωμένος γάμος» έχει πολιτογραφηθεί ουσιαστικά ως ελληνικό έργο! Τα τραγούδια ερμηνεύουν ηθοποιοί της παράστασης, ενώ στην ορχήστρα συμμετέχουν σημαντικοί σολίστες, όπως ο Γιάννης Σπάθας στις κιθάρες, ο Θύμιος Παπαδόπουλος στο κλαρίνο, ο Μιχάλης Τζουγανάκης στο λαούτο, ο Ανδρέας Κατσιγιάννης στο σαντούρι και ο Γιώργος Σκορδαλός στη λύρα.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι το φετινό καλοκαίρι η συγκεκριμένη παράσταση ανέβηκε εκ νέου με τους ίδιους συντελεστές (μουσική, σκηνοθεσία, μετάφραση), αυτή τη φορά όμως από το ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας ενταγμένη στη σειρά εκδηλώσεων Μερκούρεια, για να τιμηθούν τα 90 χρόνια από το θάνατο του Λόρκα.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Δημήτρης Γούζιος, F. G. Lorca: Γάμοι και αίμα (1994)

Θλιβερή επέτειος η σημερινή, καθώς συμπληρώνονται 90 χρόνια από τη στυγερή δολοφονία του μεγάλου Ισπανού ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Federico Garcia Lorca (1998-1936), ο οποίος έχασε τη ζωή του στις 19 Αυγούστου 1936 κυνηγημένος από το φασιστικό καθεστώς του δικτάτορα Φράνκο. Και θεωρώ περιττό να αναλύσουμε για άλλη μια φορά την πολυσήμαντη προσφορά στην τέχνη (λογοτεχνία και μουσική) του σπουδαίου αυτού ανθρώπου, ο οποίος αγαπήθηκε και στη χώρα μας όσο κανένας άλλος ξένος δημιουργός και μάλιστα μελοποιήθηκε επανειλημμένα από πολλούς και σημαντικούς συνθέτες μας, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Γιάννης Γλέζος, ο Χρήστος Λεοντής, ο Νίκος Μαμαγκάκης, ο Νότης Μαυρουδής, ο Τάσος Καρακατσάνης και πολλοί άλλοι νεότεροι.
Το πιο εμβληματικό ίσως έργο του Λόρκα είναι το ποιητικό θεατρικό έργο «Ματωμένος γάμος» (Bodas de sangre) που γράφτηκε το 1933, ενώ στην ελληνική σκηνή πρωτοανέβηκε το 1945 σε μετάφραση και σκηνοθεσία του Γιώργου Σεβαστίκογλου, την ίδια χρονιά που εκδόθηκε και η μνημειώδης μετάφραση του Νίκου Γκάτσου, στην οποία βασίστηκε η ιστορική παράσταση του έργου από τον Κάρολο Κουν στο Θέατρο Τέχνης το 1948 με την αριστουργηματική μουσική του Μάνου Χατζιδάκι.
Σχεδόν μισό αιώνα μετά τις πρώτες αυτές εν Ελλάδι παρουσιάσεις του το έργο ξανανέβηκε επί σκηνής από τη θεατρική εταιρεία ΘΕΝΑΡ στο θέατρο Φούρνος σε μετάφραση και σκηνοθεσία του Πάνου Κυπαρίσση και μουσική του συνθέτη και σολίστ του βιολοντσέλου Δημήτρη Γούζιου, ο οποίος ενορχήστρωσε επίσης το υλικό με τη σύμπραξη του πιανίστα Ξενοφώντα Καρβουνίδη. Ο συνθέτης έγραψε μια εμπνευσμένη μουσική ελεγεία δομημένη πάνω σε εναλλασσόμενα οργανικά και φωνητικά μέρη. Οι οργανικές μουσικές γέφυρες διαμορφώνουν υποβλητικά το τραγικό πλαίσιο του έργου. Πάνω σε ένα ηλεκτρονικό ηχητικό υπόστρωμα υφαίνονται οι μελωδίες των ξύλινων πνευστών (όμποε, φλάουτο), του αγγλικού κόρνου και κυρίως των δυναμικών εγχόρδων. Το κύριο όμως βάρος πέφτει στα πέντε ωραιότατα τραγούδια του έργου, που βασίζονται στη φιλόδοξη μετάφραση του Πάνου Κυπαρίσση, ο οποίος προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από τη βαριά σκιά που κουβαλούσε το κείμενο από την αξεπέραστη απόδοση του Νίκου Γκάτσου. Ο ίδιος πάντως επισημαίνει: 
«Η παράσταση βασίζεται στο διώνυμο "Έρωτας και Θάνατος" και αποβλέπει σε μια απογυμνωμένη από εθιμικά χαρακτηριστικά τραγωδία, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας άλλωστε χαρακτηρίζει το έργο του. Διεκδικούμε τις δάφνες μιας νέας μετάφρασης που σκύβει με ευλάβεια αλλά και με τόλμη στην ποιητική δυναμική του κειμένου. Οι μουσικές απαιτήσεις, τουλάχιστον συμβατές με την πρόθεσή μας, συνιστούσαν μια πρόκληση. Ο Δημήτρης Γούζιος δέχτηκε τη συνεργασία και συνέθεσε ένα υποβλητικό, συνεκτικό μουσικό αποτέλεσμα με μια γραφή που τη χαρακτηρίζουν η δυναμική των όγκων, η ευαισθησία κι ο λυρισμός. Οι χωροπλαστικές αρετές και το μουσικό της ύφος ξεπερνούν τις προσδοκίες μας...».
Η μουσική του έργου κυκλοφόρησε σε δίσκο το 1994 με τίτλο «Γάμοι και αίμα». Από τα τραγούδια ξεχωρίζει το υπέροχο «Νανούρισμα», το οποίο επαναλαμβανόμενο δύο φορές ως εισαγωγή και φινάλε διαμορφώνει μια κυκλική φόρμα στη σύνθεση. Η μουσική σφραγίδα του λόγιου συνθέτη είναι εμφανής, καθώς δίνει κυρίαρχο ρόλο στο βιολοντσέλο, το οποίο φυσικά ερμηνεύει ο ίδιος. Παίζουν επίσης οι μουσικοί: Ξένια Θωμαΐδου (αγγλικό κόρνο), Ευαγγελία Νεουδάκη (φλάουτο), Γιάννης Παπαγιάννης (όμποε), Έφη Φάμπα (βιολί), Ηλίας Σδούκος (βιόλα) και Ξενοφών Καρβουνίδης (πλήκτρα). Τα τραγούδια ερμηνεύει η εξαιρετική υψίφωνος Δάφνη Πανουργιά, ειδικευμένη άλλωστε σ’ αυτού του είδους το απαιτητικό ρεπερτόριο του έντεχνου τραγουδιού. Ένα τραγούδι ερμηνεύει επίσης ο Κώστας Παλαμήδης.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Η Βίκυ Μοσχολιού τραγουδά Ξαρχάκο, Κηλαηδόνη, Σπανό (1973)

Μετά την τριετή παραμονή της στη Philips (1971-1973), όπου πέρα από ηχογραφήσεις για τις 45 στροφές συμμετείχε σε τρεις μεγάλους δίσκους, την «Ιερά Οδό» (1971) του Άγγελου Σέμπου, τις «Περιπέτειες» (1972) του Γιώργου Ζαμπέτα και το «Συνοικισμός Α» (1972) του Δήμου Μούτση, ενώ παρουσίασε κι έναν εξολοκλήρου προσωπικό δίσκο, τις «Στροφές» (1973) πάλι σε μουσική του Δήμου Μούτση, η Βίκυ Μοσχολιού επανήλθε στην Columbia, όπου θα παραμείνει την επόμενη τριετία (1974-1976) και θα ηχογραφήσει σπουδαία τραγούδια που της έγραψαν ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Απόστολος Καλδάρας και ο Γιώργος Χατζηνάσιος, πριν μετακομίσει εκ νέου, αυτή τη φορά στη Lyra, όπου και θα κλείσει τη δεκαετία του '70 με σημαντικές δουλειές που φέρουν την υπογραφή ενός Γιάννη Σπανού, ενός Σταύρου Κουγιουμτζή κι ενός Σταμάτη Κραουνάκη. 
Κάτι σαν προανάκρουσμα λοιπόν της νέας τους συνεργασίας η Columbia έδωσε στην κυκλοφορία το 1973 μια ακόμη προσωπική συλλογή της τραγουδίστριας με επιλεγμένες στιγμές που παραπέμπουν στο λαμπρό παρελθόν της από τη σύμπραξή της με τρεις σημαντικούς συνθέτες μέσα από το τεράστιο οπλοστάσιό της εταιρείας, τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Γιάννη Σπανό και τον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Εύλογα λοιπόν ο δίσκος πήρε τον τίτλο: «Η Βίκη Μοσχολιού τραγουδά Ξαρχάκο, Κηλαηδόνη, Σπανό». Μάλιστα στο εξώφυλλο ξαναθυμήθηκαν την παλιά γραφή του μικρού ονόματος της τραγουδίστριας με "η", ενώ γενικότερα η έκδοση ακολουθεί παρωχημένους ορθογραφικούς κανόνες!
Ο δίσκος είναι σπάνιος, αν και περιέχει πασίγνωστα τραγούδια που εύκολα μπορεί να τα βρει κανείς σε άλλες αναλογικές ή ψηφιακές εκδόσεις. Το υλικό του είναι ανθολογημένο από ηχογραφήσεις της περιόδου 1966-1970. Συγκεκριμένα, έχουν σταχυολογηθεί τραγούδια από τους δίσκους: «Ένα μεσημέρι» (1966), «Χρώματα» (1968) και «Κόσμε αγάπη μου» (1969) του Σταύρου Ξαρχάκου, «Μια Κυριακή» (1969) και «Σαββατόβραδο» (1970) του Γιάννη Σπανού και «Η πόλη μας» (1970) του Λουκιανού Κηλαηδόνη. Οι στίχοι υπογράφονται από τους Νίκο Γκάτσο, Ιάκωβο Καμπανέλλη, Λευτέρη Παπαδόπουλο, Κωστούλα Μητροπούλου, Ντίνο Δημόπουλο και Γιώργο Παπαστεφάνου.

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Βίκυ Μοσχολιού: Οι μεγάλες επιτυχίες στη Philips (1995)

Το αφιερωματικό άλμπουμ στην κορυφαία λαϊκή ερμηνεύτρια Βίκυ Μοσχολιού με τίτλο «Οι μεγάλες επιτυχίες» που κυκλοφόρησε το 1995 από την PolyGram, καλύπτει ουσιαστικά τη 2η φάση της μεγάλης της καριέρας, το διάστημα 1971-1984, όταν αποφάσισε να αποχωρήσει από την πρώτη δισκογραφική της στέγη (Columbia), για να ενταχθεί στο δυναμικό της Philips, όπου θα γνωρίσει και πάλι μεγάλη επιτυχία εδραιώνοντας την ακλόνητη πρωτοκαθεδρία της στο ελληνικό πεντάγραμμο. Εκλεκτοί συνθέτες, όπως ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Άκης Πάνου, ο Δήμος Μούτσης και ο Γιάννης Μαρκόπουλος τροφοδοτούν με υπέροχα τραγούδια το μύθο της και μας χαρίζουν σπουδαίες μελωδικές στιγμές που πλέον έχουν περάσει στο χώρο του κλασικού.
Πρόκειται για μια γενναιόδωρη συλλογή που συγκροτείται από 24 τραγούδια συνολικής διάρκειας 73 λεπτών, τα οποία στην αναλογική έκδοση μοιράστηκαν σε δύο δίσκους βινυλίου, αλλά στην ψηφιακή χώρεσαν όλα σε ένα, χωρίς μάλιστα καμία περικοπή, όπως δυστυχώς συνέβαινε συχνά εκείνη την εποχή. Το άλμπουμ μοιράζεται σε δύο ανισοβαρείς ενότητες που καλύπτουν αντίστοιχα τις περιόδους 1971-1973 και 1980-1984, μιας και στο μεσοδιάστημα η ερμηνεύτρια επέστρεψε για λίγο στην Columbia κι έκανε κι ένα πέρασμα από τη Lyra
Η πρώτη και βασικότερη ενότητα (17 τραγούδια) περιλαμβάνει συνθέσεις του Γιώργου Ζαμπέτα («Ο αλήτης», «Το γράμμα κι η φωτογραφία», «Πού ήσουν και χάθηκες», «Παιδί της νύχτας») ηχογραφημένες κατά τη διετία 1971-1972, του Δήμου Μούτση από τα άλμπουμ «Συνοικισμός Α» (1972) και «Στροφές» (1973), του Άκη Πάνου από τις 45 στροφές, μια όμορφη επανεκτέλεση της «Θαλασσινής» του Γιάννη Μαρκόπουλου σε ποίηση Μιχάλη Κατσαρού και τη γλυκύτατη «Μεσόγειο» του Ζορζ Μουστακί σε στίχους του Δημήτρη Χριστοδούλου ενορχηστρωμένη από τον Δήμο Μούτση. 
Η δεύτερη ενότητα αποτελεί ένα μικρό ανθολόγιο (7 τραγούδια) από ηχογραφήσεις των αρχών της δεκαετίας του '80 που υπογράφουν οι συνθέτες Νίκος Λαβράνος, Αντώνης Στεφανίδης, Σπύρος Παπαβασιλείου, Λάκης Παπαδόπουλος και Γιάννης Μαρκόπουλος. Ξεχωρίζουν το νοσταλγικό «Σπίτι παλιό» του Νίκου Λαβράνου σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου και η τρυφερή μπαλάντα «Οδός Κηφισίας» του Λάκη Παπαδόπουλου. 

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Βίκυ Μοσχολιού: Τα κινηματογραφικά (2006)

Συμπληρώνονται σήμερα 21 χρόνια από την πρόωρη αποδημία μιας από τις μεγαλύτερες ερμηνεύτριες που ανέδειξε το ελληνικό τραγούδι, μιας φωνής βιολοντσέλου, όπως τη χαρακτήρισε ο Μάνος Χατζιδάκις κι ας μη συνεργάστηκε ποτέ μαζί της. 
Η Βίκυ Μοσχολιού, χωρίς αμφιβολία η σημαντικότερη γυναικεία φωνή της δεκαετίας του '60, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1943 και πέθανε στις 16 Αυγούστου 2005 έχοντας μόλις συμπληρώσει τα 62 της χρόνια, αλλά ταυτόχρονα έχοντας κλείσει έναν μακρύ δημιουργικό κύκλο 40 χρόνων από την πρώτη της εμφάνιση στο πάλκο κάπου στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '60. Πριν κλείσει μάλιστα εκείνη η δεκαετία, είχε ήδη εδραιωθεί στην κορυφή του πενταγράμμου καταγράφοντας νωρίς νωρίς βαρυσήμαντες ηχογραφήσεις με σπουδαίους συνθέτες, όπως ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Άκης Πάνου, ο Δήμος Μούτσης, ο Γιώργος Κατσαρός, ο Γιάννης Σπανός και πολλοί άλλοι.
Την ίδια λοιπόν εποχή που έχτιζε το μύθο της η Βίκυ Μοσχολιού περνούσε και στο τελευταίο ελληνικό σπίτι κυρίως μέσα από τις αλλεπάλληλες κινηματογραφικές της εμφανίσεις ως ερμηνεύτρια κι ενίοτε ως ηθοποιός. Υπολογίζονται σε περισσότερες από 80 αυτές οι κινηματογραφικές καταγραφές που κοσμούσαν τις κατά κανόνα μέτριες ταινίες του παλιού εμπορικού κινηματογράφου με υπέροχα λαϊκά τραγούδια, τα οποία με τον τρόπο αυτό περνούσαν στα χείλη όλου του κόσμου και γίνονταν μεγάλες επιτυχίες. Η αρχή έγινε το 1963 με την αλησμόνητη εμφάνισή της στην ταινία «Λόλα» του Ντίνου Δημόπουλου, όπου ακουμπισμένη στο ψηλό παράθυρο ενός καμπαρέ ερμήνευε την πανέμορφη μπαλάντα του Σταύρου Ξαρχάκου «Χάθηκε το φεγγάρι»
Το 2006, ένα χρόνο μετά το θάνατο της μεγάλης εμρηνεύτριας, ο Μάκης Δελαπόρτας επιμελήθηκε μια έκδοση με τα «Κινηματογραφικά» τραγούδια τςη Βίκυς Μοσχολιού στο πλαίσιο της γνωστής δισκογραφικής σειράς που εξέδιδε τότε η ΕΜΙ. Πρόκειται για ένα μικρό δείγμα της κινηματογραφικής δισκογραφίας της Μοσχολιού από το διάστημα 1963-1967 με μόλις δέκα τραγούδια ανθολογημένα από τις ταινίες: «Λόλα» (1963/4) του Ντίνου Δημόπουλου, «Αστέρια στο βούρκο» (1963) του Τζανή Αλιφέρη, «Ο Αριστείδης κα τα κορίτσια του» (1964) του Στέλιου Ζωγραφάκη, «Ο ουρανοκατέβατος» (1965) του Ορέστη Λάσκου, «Η ζωή μου ανήκει σε σένα» (1965) του Παναγιώτη Κωνσταντίνου, «Απόκληροι της κοινωνίας» (1965) του Απόστολου Τεγόπουλου, «Κατηγορώ τους ανθρώπους» (1965) του Ντίνου Δημόπουλου, «Παράνομοι πόθοι» (1966) του Παύλου Τάσιου, «Δακρυσμένα μάτια» (1967) του Απόστολου Τεγόπουλου και «Γαμπρός απ' το Λονδίνο» (1967) του Γιάννη Δαλιανίδη.
Τα μισά από τα τραγούδια της συλλογής ανήκουν στον Γιώργο Ζαμπέτα, δύο έγραψε ο Απόστολος Καλδάρας κι από ένα οι Σταύρος Ξαρχάκος, Γιάννης Μαρκόπουλος και Γιώργος Κατσαρός. Στίχους έγραψαν ο Δημήτρης Χριστοδούλου, η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, ο Βαγγέλης Γκούφας, ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης, ο Ερρίκος Θαλασσινός και ο Γιώργος Σαμολαδάς.

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Κώστας Χατζής: Δεκατρία τραγούδια (1975)

Αφού μεσολάβησαν δύο γενναιόδωρα άλμπουμ («Ουαί!», «Ο γιος της άνοιξης») κατά τη διετία 1973-74 με πάνω από 80 τραγούδια ζωντανά ηχογραφημένα στο Σκορπιό, ο Κώστας Χατζής ξαναμπαίνει στο στούντιο και μας δίνει έναν καινούργιο κύκλο με το λιτό τίτλο «Δεκατρία τραγούδια» που κυκλοφόρησε το 1975 από τη Philips.
Χωρίς υπερβολή, ο συγκεκριμένος κύκλος τραγουδιών είναι γεμάτος πανέμορφα τραγούδια, από τα καλύτερα και γνωστότερα του συνθέτη, μερικά μάλιστα από τα οποία γνώρισαν και νεότερες επανεκτελέσεις που τα έκαναν σουξέ. Η κορυφαία ίσως στιγμή του άλμπουμ είναι το υπέροχο «Κι ύστερα» σε στίχους της Σώτιας Τσώτου, τραγούδι που ερμήνευσε παράλληλα και η Μαρινέλλα - κάτι σαν προανάκρουσμα του «Ρεσιτάλ» - και το έκανε μεγάλη επιτυχία. Υπάρχουν κι άλλα ωραία τραγούδια στο δίσκο, όπως: «Πάλι ύπνος δε με πιάνει», «Όταν φεύγουν τα τρένα», «Αν ερχόσουν», «Γιε μου μονάκριβέ μου» και άλλα. Αξίζει πάντως να σταθούμε στο τραγούδι «Στο καλύβι του μπάρμπα Θωμά» - πάλι σε στίχους της Σώτιας Τσώτουτου οποίου το ρεφρέν («Λεύτερο νερό, χρυσό νερό, όπου θέλεις τρέχεις δροσερό, να 'μουν μια σταγόνα σου κι εγώ») είχε χρησιμοποιήσει ένα χρόνο νωρίτερα και ο Γιώργος Χατζηνάσιος στο χορωδιακό τραγούδι «Αριζόνα» από το δίσκο «Άσπρο μαύρο» (1974).
Εκτός από την απαραίτητη Σώτια Τσώτου στίχους στο δίσκο συνεισέφεραν ο Ηλίας Λυμπερόπουλος, η Ούρσουλα Γιόρντη, η Γιοβάννα, ο Γιάννης Περγαντάς και ο Γιάννης Παύλου. Την ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας επωμίστηκε ο μαέστρος Κώστας Κλάββας.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Κώστας Χατζής: Ο γιος της άνοιξης (1974)

Διόλου φειδωλός απέναντι στο πιστό κοινό του ο Κώστας Χατζής συνεχίζει, μετά το γενναιόδωρο διπλό άλμπουμ «Ουαί(1973), να του προσφέρει απλόχερα καινούργιο υλικό. Έτσι ένα χρόνο αργότερα έρχεται το τριπλό άλμπουμ «Ο γιος της άνοιξης» που περιλαμβάνει, ούτε λίγο ούτε πολύ, 47 τραγούδια ηχογραφημένα και πάλι ζωντανά σττη μπουάτ Σκορπιός, όπου ο τραγουδοποιός συνεχίζει τις εμφανίσεις του. Πάντα έχει μαζί του μια σταθερή ομάδα συνεργατών που τροφοδοτούν την έμπνευσή του με στίχους εναρμονισμένους στα δεδηλωμένα ανθρωπιστικά του ιδεώδη, όπως η Σώτια Τσώτου, ο Ηλίας Λυμπερόπουλος, ο Ξενοφών Φιλέρης, η Ούρσουλα Γιόρντη, ο Νίκος Ζιακόπουλος, αλλά και άλλοι περιστασιακοί συνεργάτες του, όπως ο Ερρίκος Θαλασσινός, ο Σπύρος Καμπάνης, ο Κρίτων Αθανασούλης, η Σάσα Μανέτα, ο Όμηρος Αθηναίος, ο Στυλιανός Μάγερ και αρκετοί ακόμη.
Το άλμπουμ περιλαμβάνει μπαλάντες και πιο ρυθμικά κομμάτια, άλλα ερμηνευμένα μόνο με φωνή και κιθάρα από τον ίδιο τον Χατζή κι άλλα ενορχηστρωμένα με ακουστικά όργανα (φλάουτο, βιολοντσέλο, πιάνο) και ηλεκτρική κιθάρα και ντραμς, μερικά μάλιστα ερμηνευμένα και από τρεις νέες φωνές που ντεμπουτάρουν δίπλα του, δηλαδή τον Λουκά Μιχαλόπουλο, τη Ζόσιαν Γαβριηλίδου και τη Νάγια Χατζή. Άλλωστε ο μοναχικός τραγουδοποιός είχε ήδη αρχίσει νωρίτερα να κάνει δειλά ανοίγματα και σε άλλες φωνές με το άλμπουμ «Δρόμοι μικροί» (1971), όπου μας πρωτοσύστησε μεταξύ άλλων και τον μετέπειτα γνωστό τραγουδοποιό Χρήστο Γκάρτζο.
Από το υλικό του άλμπουμ αξίζει να σταθούμε στο τραγούδι «Έλα να βάψουμε το δρόμο» που ερμηνεύει με την κιθάρα του ο ίδιος ο Χατζής. Το συγκεκριμένο τραγούδι έχει στίχους της Σώτιας Τσώτου και είναι αξιοσημείωτο ότι την ίδια χρονιά το είχε μελοποιήσει παράλληλα και ο Δώρος Γεωργιάδης και το ερμήνευσε ο Άννα Βίσση στο δίσκο «Χίλια εννιακόσια τίποτα», για να γίνει μάλιστα επιτυχία σ' αυτή τη μελοποίηση, ενώ η εκδοχή του Χατζή πέρασε μάλλον απαρατήρητη.
Τέλος, αξίζει να παραθέτω το πολύ ενδιαφέρον σημείωμα του δημιουργού που φιλοξενείται στο εσώφυλλο της έκδοσης:
«Κάποιο δειλινό πεντέξι άνθρωποι θαρρώ με ρώτησαν γιατί τραγουδώ γι' αστέρια, για σφαγμένα περιστέρια, σκοτωμένα αδέρφια, γιατί δεν τραγουδώ για τα μάτια μιας μικρής ξανθιάς ή και μελαχροινής. Ποιος είμαι εγώ που τραγουδώ για το Χριστό. Δεν έχω την φωνή απ' αηδόνι, δεν είμαι εγώ τραγουδιστής, δεν είμαι ποιητής, είμαι ο μηνυτής σου. Σου τραγουδώ την λευτεριά από τα πάθη των ανθρώπων. Θάθελες τον θάνατό μου, τόσο με μισείς. Θάθελα να με πιστέψεις να λευτερωθείς».

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Κώστας Χατζής: Ουαί! (1973)

Ο Κώστας Χατζής είναι ασφαλώς εμπεδωμένος στη συνείδηση κάθε παλιότερου φιλόμουσου ως μια εμβληματική μορφή του ελληνικού τραγουδιού, ασφαλώς ο παλιότερος εν ζωή και μακροβιότερος ενεργός Έλληνας μουσικός που διανύει ήδη την έβδομη δεκαετία συνεχούς παρουσίας στο χώρο του ελληνικού πενταγράμμου ως ένας ευαίσθητος και λυρικός τραγουδοποιός και εμρηνευτής με χαρακτηριστικό φωνητικό ηχόχρωμα που πορεύεται όλα αυτά τα χρόνια κόντρα στις επιταγές του συρμού και του εμπορίου διακηρύσσοντας μέσα από τα τραγούδια του τις σταθερές προσωπικές του αξίες, όπως ο ανθρωπισμός, η αδελφοσύνη, η αγάπη, η αλληλεγγύη, η ειρήνη. 
Σήμερα λοιπόν ο εξαιρετικός αυτός καλλιτέχνης συμπληρώνει 90 χρόνια ζωής, καθώς ήρθε στον κόσμο στις 13 Αυγούστου 1936 στη Λειβαδιά, ενώ το 1957 εγκαταστάθηκε  στην πρωτεύουσα αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, ώσπου στο ξεκίνημα της επόμενης δεκαετίας κατάφερε δειλά δειλά να εμφανιστεί στο χώρο του τραγουδιού ως μοναχικός τροβαδούρος ηχογραφώντας μάλιστα την ίδια χρονιά και τα πρώτα του τραγούδια ως ερμηνευτής ξεκινώντας με το τραγούδι «Έφυγε η αγάπη μου» του Μίμη Πλέσσα σε στίχους του Κώστα Πρετεντέρη. Είχε τη τύχη αμέσως να βρεθεί στο πλάι κορυφαίων δημιουργών και ν' αρχίσει να χτίζει ένα στιβαρό ρεπερτόριο με τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, του Γιάννη Μαρκόπουλου, του Σταύρου Ξαρχάκου, του Χρήστου Λεοντή και άλλων συνθετών, ώσπου να αποφασίσει να παρουσιάσει πλέον και δικές του συνθέσεις συνοδευόμενες συνήθως από μια απλή κιθάρα.
Η συνθετική διαδρομή του Κώστα Χατζή είχε μια εντυπωσιακή ανοδική πορεία ως τα τέλη της δεκαετίας του '70 γνωρίζοντας μάλιστα κι αρκετές εμπορικές επιτυχίες, ιδιαίτερα όταν αποφάσισε να σπάσει τη μοναχική του σκηνική παρουσία και να συνεργαστεί με άλλους καλλιτέχνες με κορυφαία στιγμή ασφαλώς την κυκλοφορία του άλμπουμ «Ρεσιτάλ» (1976), όπου η σύμπραξή του με τη Μαρινέλλα αποδείχθηκε από τις εμπορικότρες στην ιστορία του ελληνικού πενταγράμμου. Είδαμε ήδη τις πρώτες προσωπικές δουλειές του Χατζή κατά το διάστημα 1968-1972 Αναγέννησις Αλόννησος», «Στις γειτονιές του κόσμου», «Ο Κώστας Χατζής τραγουδά Χατζή», «Πέτρα και φως», «Κώστας Χατζής»), οπότε είναι μια ευκαιρία τώρα να δούμε κι άλλες αξιόλογες δουλειές του από την τόσο γόνιμη δεκαετία του '70 που είναι πλημμυρισμένες από όμορφα τραγούδια, πολλά από τα οποία πέρασαν στον κόσμο και τραγουδήθηκαν πολύ.
Το 1973 λοιπόν εκδόθηκε το διπλό αναλογικό άλμπουμ «Ουαί!» από ζωντανή ηχογράφηση που πραγματοποιήθηκε στη μπουάτ Σκορπιός στην Πλάκα, όπου ο Χατζής εμφανιζόταν επί χρόνια. Το άλμπουμ είναι μοιρασμένο σε δύο ενότητες, από τις οποίες η πρώτη - η περισσότερο ακουστική - περιλαμβάνει τραγούδια σε πρώτη ή δεύτερη εκτέλεση ερμηνευμένα από τον ίδιο με συνοδεία απλής κιθάρας, ενώ το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει υλικό που έχει ενορχηστρωθεί με περισσότερα όργανα, όπως πιάνο, φλάουτο, ηλεκτρική κιθάρα και ντραμς. Συνολικά 38 τραγούδια συγκροτούν το σώμα της έκδοσης, τα περισσότερα παιγμένα σε συντομευμένη μορφή και συνεχή ροή. Ανάμεσά τους και μερικά πολύ γνωστά κι αγαπημένα, όπως το περίφημο «Αεροπλάνο» (στην πρώτη από τις πολυάριθμες εκτελέσεις του), αλλά και τα «Νυχτώνει, Δόξα τω Θεώ», «Τρελλός ή παλικάρι», «Ένας Γερμανός και μια Εβραία», «Περιστρεφόμαστε» και άλλα. Τους στίχους υπογράφουν οι Σώτια Τσώτου, Ούρσουλα Γιόρντη, Ηλίας Λυμπερόπουλος, Ξενοφών Φιλέρης, Νίκος Ζιακόπουλος, Σταμάτης Φιλιππούλης, Σάσα Μανέτα και ο ίδιος ο συνθέτης.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης διαβάζει Πεντζίκη (1996)

Στη χθεσινή παρουσίαση του ποιητικού άλμπουμ που εξέδωσε το 1999 η Ελληνική Ραδιοφωνία από το πολύτιμο αρχείο ηχογραφήσεών της είχαμε την ευκαιρία να αναφερθούμε και στη συμμετοχή του Θεσσαλονικιού λογοτέχνη Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη (1908-1993), μιας πολυσύνθετης προσωπικότητας απόλυτα ταυτισμένης με την πνευματική ζωή της Θεσσαλονίκης στο μεγαλύτερο διάστημα του περασμένου αιώνα. Ο Πεντζίκης διατηρούσε σε κεντρικό σημείο της πόλης στην Εγνατία Οδό το ιστορικό του φαρμακείο, όπου συγκεντρώνονταν συχνά τις βραδινές ώρες ποιητές και άλλοι διανοούμενοι της πόλης μετατρέποντας το μικρό αυτό χώρο σε πραγματικό πνευματικό κέντρο. Ο ίδιος άλλωστε ο Πεντζίκης ήταν μια ολοκληρωμένη καλλιτεχνική προσωπικότητα με πολλαπλές ιδιότητες: Πεζογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, κριτικός, ζωγράφος και τεχνοκριτικός. 
Το ποιητικό του έργο, σαφώς μικρότερο σε έκταση από το πεζογραφικό, εμποτισμένο με υπαρξιακές ανησυχίες, διακρίνεται σε τρεις ενότητες, τις «Εικόνες» (1944), σκόρπια ποιήματα δημοσιευμένα στο περιοδικό Μορφές κατά το διάστημα 1950-1953, τα οποία εκδόθηκαν σε συγκεντρωτική έκδοση («Ποιήματα») το 1988, και την «Ανακομιδή» (1961). Και ακριβώς από τις τρεις αυτές ενότητες, με την ίδια χρονική διαδοχή, επέλεξε προσωπικά ο ποιητής το υλικό που συγκροτεί το άλμπουμ «Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης διαβάζει Πεντζίκη», το οποίο εκδόθηκε το 1996 (επανεκδόθηκε το 2008) από τη Lyra στο πλαίσιο της ιστορικής σειράς Ελληνικά Ποιήματα που είχε εγκαινιάσει η συγκεκριμένη δισκογραφική εταιρεία (υπό την ετικέτα Διόνυσος) ήδη από την ίδρυσή της το 1964 φιλοξενώντας στο ρεπερτόριό της το σύνολο σχεδόν των Ελλήνων ποιητών με τις δικές τους φωνές.
Το παρόν ηχογράφημα με τη φωνή του Πεντζίκη άρχισε να προετοιμάζεται ήδη από το 1991, αλλά τελικά πραγματοποιήθηκε στις 30 Μαρτίου 1992 στο σπίτι του ποιητή μερικούς μόλις μήνες πριν από το θάνατό του. Η ανάγνωση, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, διακρίνεται από μια πηγαία αδεξιότητα στη συνειδητή προσπάθεια του ποιητή να αποδώσει τα κείμενα εντελώς απογυμνωμένα από κάθε συναισθηματικό χρωματισμό.

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Αρχείο Ραδιοφώνου: Ελληνικός Λόγος - Ποίηση (1999)

Από τις εξαιρετικού ενδιαφέροντος δισκογραφικές εκδόσεις της Ελληνικής Ραδιοφωνίας κατά τη δεκαετία του '90, την περίοδο που ασκούσε καθήκοντα γενικού διευθυντή του Ιδρύματος ο δημοσιογράφος και λόγιος Γιάννης Π. Τζαννετάκoς, εκδόθηκε κι ένα ηχογράφημα αφιερωμένο στην ελληνική ποίηση στο πλαίσιο της σειράς Ελληνικός Λόγος. Η έκδοση αποτελεί ντοκουμέντο, αφού καταγράφει τις φωνές οκτώ σημαντικών ποιητών μας, οι οποίοι διαβάζουν επιλεγμένα αποσπάσματα από το ποιητικό τους έργο.
Ειδικότερα, στην έκδοση φιλοξενούνται οι ποιητές: Γιώργος Βαφόπουλος (1903-1996), εμβληματική μορφή της άτυπης ποιητικής σχολής της Θεσσαλονίκης, η οποία εκπροσωπείται επίσης από τους ποιητές Ζωή Καρέλλη (1901-1998) και τον αδελφό της Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη (1908-1993). Έχουμε επίσης ποιητές της Γενιάς του '30, όπως ο υπερρεαλιστής Νικόλαος Κάλας (1907-1988), γνωστός και με το ψευδώνυμο Νικήτας Ράντος, και η Μελισσάνθη (1907-1991), καθώς και ποιητές της Μεταπολεμικής Γενιάς, όπως ο Νίκος Καρούζος (1922-1988), ο Τάσος Λειβαδίτης (1922-1988) και ο Δημήτρης Παπαδίτσας (1922-1987).
Κάθε ποιητή υποδέχεται μια μουσική πινελιά που συνέθεσε ο πιανίστας και συνθέτης Βασίλης Ριζιώτης (1945-2016), επί χρόνια στέλεχος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, γνωστός μας περισσότερο από τη φωνητική του συμβολή στο τραγούδι «Τ' αστέρι του Βοριά» του Μάνου Χατζιδάκι από το soundtrack «America America» (1963). Την έκδοση προλογίζει ο Γιάννης Τζαννετάκος. Οι ηχοληψίες της φωνής των ποιητών πραγματοποιήθηκαν κατά το διάστημα 1982-1988, για μερικούς κυριολεκτικά λίγο πριν φύγουν από τη ζωή!

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Ο Δημήτρης Καταλειφός διαβάζει Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (2009)

Στις δύσκολες αυτές ημέρες του καυτού καλοκαιριού μού φάνηκε καλή η ιδέα να πάρουμε μια ισχυρή ανάσα δροσιάς από ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα του κορυφαίου μας πεζογράφου Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911), από τα πιο δυνατά του μάλιστα, όπου συναντώνται κωδικοποιημένα όλα τα χαρακτηριστικά της υψηλής του τέχνης: αφηγηματική δύναμη, περιγραφικός πλούτος, εμβάθυνση στους ανθρώπινους χαρακτήρες, ανθρωπισμός, θρησκευτική ευλάβεια, ιδιόμορφη γλωσσική γραφή.
Πρόκειται για το εξαίρετο και αρκετά εκτενές διήγημα «Στο Χριστό στο Κάστρο» που περιγράφει μια ομάδα χωρικών, οι οποίοι καθοδηγούμενοι από τον παπα Φραγκούλη μέσα στο καταχείμωνο αποφασίζουν να πάνε στην παλιά καστροπολιτεία της Σκιάθου με σκοπό να διασώσουν δυο συντοπίτες τους που είχαν πάει να κόψουν ξύλα και αποκλείστηκαν από τα χιόνια. Το διήγημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εστία τα Χριστούγεννα του 1892, ενώ σε βιβλίο εκδόθηκε (μαζί με άλλα διηγήματα) το 1912 από τις Εκδόσεις Γεωργίου Φέξη και φυσικά έκτοτε έχει συμπεριληφθεί σε αμέτρητες επανεκδόσεις ως μέρος ευρύτερων συλλογών με κείμενα του συγγραφέα.
Το διήγημα λοιπόν αυτό (μαζί με άλλα) διάλεξε ο εκλεκτός ηθοποιός Δημήτρης Καταλειφός να διαβάσει στο πλαίσιο ειδικής παράστασης που παρουσιάστηκε επί σκηνής το 2009, αρχικά στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και στη συνέχεια στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, αλλά και στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, με τη σκηνοθετική επιμέλεια της θεατρολόγου Έφης Θεοδώρου και τη μουσική υπόκρουση του Ταξιάρχη Γεωργούλη. Το ηχογράφημα προέρχεται από ραδιοφωνική μετάδοση της ανάγνωσης.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Ο Γιώργος Ιωάννου διαβάζει διηγήματά του (1982)

Ο Γιώργος Ιωάννου (1927-1985), κατά κόσμον Γιώργος Σορολόπης, εκπρόσωπος της δεύτερης μεταπολεμικής λογοτεχνικής γενιάς, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και πέθανε πρόωρα στην Αθήνα από επιπλοκές μετά από εγχείρηση προστάτη. Υπήρξε ένας εκλεκτός διηγηματογράφος και δοκιμιογράφος με οξεία και διεισδυτική ματιά στα απλά και αθέατα της καθημερινότητας που κατάφερνε να τους δώσει οντότητα και αξία εκεί που κανένα κοινό μάτι δεν μπορούσε να φανταστεί. Η πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Για ένα φιλότιμο» εκδόθηκε το 1964 κι έκτοτε είχε μια σταθερή, αν και όχι και τόσο συχνή παρουσία στα ελληνικά γράμματα με κυριότερους σταθμούς τα έργα: «Η σαρκοφάγος» (1971), «Το δικό μας αίμα» (1978), «Πολλαπλά κατάγματα» (1981) και «Η πρωτεύουσα των προσφύγων» (1984). Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι δοκιμιακές του εργασίες για τον Παπαδιαμάντη, τον Καβάφη, τον Λαπαθιώτη, αλλά και για τον Καραγκιόζη και το δημοτικό μας τραγούδι. 
Το 1982 ο Γιώργος Ιωάννου είχε κι ένα πέρασμα από την ελληνική δισκογραφία, αφού εκείνη τη χρονιά υπέγραψε τους στίχους του κύκλου τραγουδιών «Κέντρο διερχομένων» που μελοποίησε ο Νίκος Μαμαγκάκης, ενώ παράλληλα βρέθηκε και στο στούντιο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, όπου ηχογράφησε πέντε διηγήματά του με δική του ανάγνωση. Πρόκειται για τα διηγήματα: «Παναγία η Ρευματοκρατόρισσα», «Οι τσιρίδες», «Τα κεφάλια», «Το μαγνητόφωνο της ταβέρνας» και «Ομίχλη». Κάθε διήγημα συνοδεύεται και από μια ατμοσφαιρική μουσική γέφυρα που επιμελήθηκε η παραγωγός Ρηνιώ Παπανικόλα. Το ηχογράφημα εκδόθηκε μόνο σε μορφή μαγνητοταινίας (κασέτας) από τη βραχύβια δισκογραφική εταιρεία Ο Λόγος - Ελληνική Φωνογραφία στο πλαίσιο της σειράς Ο ελληνικός πεζός λόγος.

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Αντώνης Σαμαράκης: Η λογοτεχνία στο μικρόφωνο (1998)

Πέρασαν κιόλας 23 χρόνια από τις 8 Αυγούστου 2003, όταν έφυγε από τη ζωή ένας σημαντικός πνευματικός άνθρωπος, εμβληματική μορφή της μεταπολεμικής μας πεζογραφίας, πολυβραβευμένος και διεθνώς καταξιωμένος συγγραφέας με στιβαρό λογοτεχνικό έργο, κυρίως μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων. 
Ο λόγος για τον Αντώνη Σαμαράκη (1919-2003), έναν λογοτέχνη που διέθετε οξεία αντίληψη της περιρρέουσας κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας φροντίζοντας να την αποτυπώσει με οξύνοια και αιχμηρό λόγο στα κείμενά του. Ο Σαμαράκης ήταν ολιγογράφος, αλλά κατάφερε με το μικρό σε όγκο έργο του να αφήσει πολύ βαθύ το αποτύπωμά του στα ελληνικά γράμματα κατακτώντας πολυάριθμα βραβεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ το κλασικό μυθιστόρημά του «Το λάθος» έγινε η αφορμή για μια διεθνή κινηματογραφική παραγωγή με πρωταγωνιστές τους διάσημους ηθοποιούς Μισέλ Πικολί και Ούγκο Τονιάτσι. Tους κύριους σταθμούς της λογοτεχνικής του διαδρομής αποτελούν τα έργα: Ζητείται ελπίς (1954), Σήμα κινδύνου (1959), Αρνούμαι (1961), Το λάθος (1965) και Το διαβατήριο (1973).
Υπό τη δισκογραφική ετικέτα της His Master's Voice την εποχή που είχε την ευθύνη της παραγωγής ο Θάνος Μικρούτσικος, εκδόθηκε το 1998 ένα διπλό ψηφιακό άλμπουμ στο πλαίσιο της σειράς «Η λογοτεχνία στο μικρόφωνο» αφιερωμένο αποκλειστικά στον Αντώνη Σαμαράκη. Η έκδοση τιμά τον μεγάλο μας πεζογράφο όντα ακόμη εν ζωή με μια επιλογή κειμένων του (αποσπάσματα από μυθιστορήματα ή ολόκληρα διηγήματα) που ακούγονται από έγκυρες αναγνώσεις με τη φωνή εκλεκτών ηθοποιών μας, όπως ο Λάκης Λαζόπουλος, η Θέμις Μπαζάκα και ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, ενώ ένα κείμενο διαβάζει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, στενός φίλος του συγγραφέα, αλλά και ο ίδιος ο Σαμαράκης στην επίλογο της έκδοσης.
Εκείνο που δίνει ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον στην έκδοση είναι ότι τα κείμενα εναλλάσσονται με μικρές εμβόλιμες μουσικές γέφυρες γραμμένες από τον κλασικό κιθαριστή Γιάννη Παπαζαχαριάκη, έναν αξιόλογο μουσικό που έχει χτίσει την καριέρα του δίπλα σε μεγάλους δημιουργούς, όπως ο Χρήστος Λεοντής, η Ελένη Καραΐνδρου, ο Νότης Μαυρουδής, ο Θάνος Μικρούτσικος και ο Γιώργος Σταυριανός. Το υλικό λοιπόν του άλμπουμ αναπτύσσεται κατά ζεύγη (κείμενο - μουσική), καθώς κάθε ανάγνωση συνοδεύεται και από την αντίστοιχη μουσική γέφυρα. Τα μουσικά θέματα, ενορχηστρωμένα σε φόρμα μουσικής δωματίου, είναι πρωτότυπα μαζί με δυο διασκευασμένα μουσικά μοτίβα, ένα στρατιωτικό εμβατήριο («Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει») κι ένα νησιώτικο χορό. Παίζει πιάνο ο Νίκος Καλαντζάκος, βιολί ο Μιχάλης Βοριάς, σαξόφωνο και φλάουτο ο Δημήτρης Χουντής, σαξόφωνο και κλαρινέτο ο Θύμιος Παπαδόπουλος και κιθάρα ο Γιάννης Παπαζαχαριάκης.
Η έκδοση είναι υψηλής αισθητικής με πλούσιο ένθετο που, πέρα από τις λεπτομέρειες για το περιεχόμενο υλικό, φιλοξενεί και μια πολύ ενδιαφέρουσα σειρά κειμένων για τον συγγραφέα που υπογράφονται από τον Θάνο Μικρούτσικο, τον ιδιοκτήτη της δισκογραφικής εταιρείας Μάκη Μάτσα, τον δημοσιογράφο Σεραφείμ Φυντανίδη, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, αλλά και τον ίδιο τον συγγραφέα.

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Ρίτα Σακελλαρίου, Γιώργος Μανισαλής: Ιστορία μου... (1972)

Δυο χρόνια μετά την κυκλοφορία του πετυχημένου άλμπουμ «Κάθε ηλιοβασίλεμα» (1970) ο λαϊκός συνθέτης Γιώργος Μανισαλής και η ερμηνεύτρια Ρίτα Σακελλαρίου ανανεώνουν τη συνεργασία τους με ένα δεύτερο κύκλο τραγουδιών που κυκλοφόρησε το 1972 από την Polydor με τίτλο «Ιστορία μου...». Μαζί τους και πάλι ο στιχουργός Κώστας Ψυχογιός που μάλιστα αυτή τη φορά έχει την πλήρη ευθύνη του στιχουργικού μέρους, πράγμα που θα συνεχιστεί και στην αμέσως επόμενη δουλειά των τριών σταθερών συνεργατών ένα χρόνο αργότερα με το δίσκο «Η Ρίτα Σακελλαρίου τραγουδά Γιώργο Μανισαλή», ενώ την ίδια χρονιά θα κλείσει ο γόνιμος αυτός κύκλος με ένα τέταρτο άλμπουμ της τραγουδίστριας υπό τον τίτλο «Η Ρίτα Σακελλαρίου σε τραγούδια του Γιώργου Μανισαλή», όπου όμως για πρώτη φορά απουσιάζει το όνομα του Κώστα Ψυχογιού.
Ο δίσκος συγκροτείται από δώδεκα καλογραμμένα λαϊκά τραγούδια με κυρίαρχο το σκοπό του χασάπικου. Το ομότιτλο τραγούδι αποτελεί ασφαλώς το σήμα κατατεθέν της ερμηνεύτριας και στάθηκε μια τεράστια εμπορική επιτυχία που τραγουδήθηκε πολύ και εξακολουθεί να τραγουδιέται σε πάμπολλες νεότερες εκτελέσεις. Ξεχωρίζουν επίσης τα τραγούδια: «Είσαι δικός μου», «Με είπες αφιλότιμη», «Ο φιγουρατζής» και «Μια φορά στις δέκα μέρες». Καλοδουλεμένη και η λαϊκή ορχήστρα που διευθύνει ο συνθέτης, ο οποίος κάνει και σιγόντο σε κάποια τραγούδια. Στα φωνητικά συμμετέχει επίσης ο Μάριος (Κώστογλου). Εν ολίγοις, έχουμε έναν κλασικό λαϊκό δίσκο που δεν χάθηκε μέσα στο χρόνο κι έδωσε την ευκαιρία στη Ρίτα Σακελλαρίου να καταθέσει άλλη μια στέρεη και απολύτως πειστική ερμηνεία.

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Ρίτα Σακελλαρίου, Γιώργος Μανισαλής: Κάθε ηλιοβασίλεμα (1972)

Από τον Γιάννη Παπαϊωάννου περνάμε σε μια εμβληματική λαϊκή ερμηνεύτρια, η οποία μάλιστα ξεκίνησε στο πάλκο δίπλα του την εποχή που συνεργαζόταν με τον Βασίλη Τσιτσάνη στο κέντρο Φαληρικόν στις Τζιτζιφιές, αν και τα πρώτα δισκογραφημένα τραγούδια της τα έγραψε ο Στέλιος Χρυσίνης το 1960 («Της τσιγγάνας το βοτάνι», «Μείνε, μείνε»). 
Ο λόγος για τη Ρίτα Σακελλαρίου (1934-1999), η οποία έφυγε πρόωρα από τη ζωή σαν σήμερα στις 6 Αυγούστου 1999, αφού πρόλαβε στο μεταξύ να αφήσει το αποτύπωμά της στο ελληνικό τραγούδι επί τρεις περίπου δεκαετίες ξεκινώντας στις αρχές του '60 δίπλα στους ρεμπέτες δασκάλους και στη συνέχεια κατακτώντας μια ευρύτατη δημοφιλία με τα μεγάλα σουξέ που της έγραψαν νεότεροι λαϊκοί δημιουργοί, όπως ο Γιώργος Μανισαλής, ο Τάκης Μουσαφίρης, ο Τάκης Σούκας, ο Σπύρος Παπαβασιλείου, ο Αντώνης Ρεπάνης, ο Λυκούργος Μαρκέας, ο Αλέκος Χρυσοβέργης, μέχρι και ο Νίκος Καρβέλας, όταν πια είχε αρχίσει να προσχωρεί σε ένα ευτελέστερο είδος τραγουδιού ευρείας κατανάλωσης που της χάρισε πάντως τεράστια σουξέ («Ο κοντός με τη γραβάτα», «Δεν πάω Μέγαρο κλπ).
Το ξεκίνημα της δεκαετίας του '70 επιφύλασσε για τη Ρίτα Σακελλαρίου τη μεγάλη εκτόξευση της δημοφιλίας της κι αυτό οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην ευτυχή της συνάντηση με έναν λαϊκό μάστορα που ήδη από την προηγούμενη δεκαετία, κυρίως μέσα από τις λαοφιλείς ταινίες του Νίκου Ξανθόπουλου, είχε αρχίσει να χτίζει τον προσωπικό του μύθο. Κι αυτός δεν ήταν άλλος από τον καλό Βολιώτη συνθέτη Γιώργο Μανισαλή (1925-1999), ο οποίος μάλιστα έφυγε από τη ζωή την ίδια χρονιά που έφυγε και η Σακελλαρίου. Η συνάντησή τους στις αρχές του '70 εκτόξευσε την καριέρα και των δύο κι απέφερε μια σειρά μεγάλων σουξέ που αποτέλεσαν και τη μεγαλύτερη προίκα που κουβαλούσε στο ρεπερτόριό της η τραγουδίστρια σε όλη την καριέρα της. Ιδού οι κυριότερες στιγμές: «Ιστορία μου», «Κάθε ηλιοβασίλεμα», «Τελευταία ώρα», «Παράνομη μου αγάπη», «Αν κάνω άτακτη ζωή». Όλα τεράστιες επιτυχίες και όλες με μουσική του Γιώργου Μανισαλή και στίχους του Κώστα Ψυχογιού.
Το 1970 λοιπόν από την Polydor εκδόθηκε το άλμπουμ «Κάθε ηλιοβασίλεμα» που αποτελεί την πρώτη χρονικά συνεργασία της Ρίτας Σακελλαρίου με τον Γιώργο Μανισαλή που απέφερε και τις πρώτες τους μεγάλες επιτυχίες. Δώδεκα λαϊκά τραγούδια σε στέρεους λαϊκούς ρυθμούς, τα περισσότερα με στίχους του Κώστα Ψυχογιού, ενώ από ένα τραγούδι υπογράφουν στιχουργικά ο Αθανάσιος Παπουτσής, ο Κώστας Τσιριγώτης και ο ίδιος ο συνθέτης. Τα μεγάλα σουξέ του δίσκου ήταν κυρίως τέσσερα: «Κάθε ηλιοβασίλεμα», «Τελευταία ώρα», «Παράνομή μου αγάπη», «Ας εύρισκα έναν άνθρωπο». Οι ερμηνείες της Ρίτας Σακελλαρίου ανταποκρίνονται άριστα στο ύφος των τραγουδιών.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Γιάννης Παπαϊωάννου: Πριν το χάραμα (1987)

Ολοκληρώνουμε το μικρό μας αφιέρωμα στον μεγάλο βάρδο του ρεμπέτικου τραγουδιού Γιάννη Παπαϊωάννου με μια συλλογή τραγουδιών του που κυκλοφόρησε το 1987 από την EMI με τίτλο «Πριν το χάραμα» παρμένο φυσικά από το ομότιτλο διαχρονικό σουξέ του συνθέτη.
Το άλμπουμ δομείται πάνω σε δύο διακριτούς άξονες: Ο ένας (που καλύπτει το μεσαίο μέρος του άλμπουμ, δηλαδή τα κομμάτια 7-14) περιλαμβάνει αυθεντικές ηχογραφήσεις γραμμοφώνου από τη δεκαετία του '40 ως τις αρχές του '60, συνολικά οκτώ τραγούδια που ερμηνεύουν ο ίδιος ο συνθέτης, ο Οδυσσέας Μοσχονάς, η Σωτηρία Μπέλλου, ο Στελλάκης Περπινιάδης, η Ρένα Ντάλια, η Ρένα Στάμου, ο Νίκος Καλλέργης, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Τζιμ Αποστόλου και η Ρίτα Σακελλαρίου. Ο δεύτερος άξονας περιλαμβάνει δύο σουίτες των έξι τραγουδιών η καθεμιά σε συντομευμένη μορφή και συνεχή ροή, συνολικά δηλαδή δώδεκα τραγούδια, όλα σε δεύτερη εκτέλεση των αρχών της δεκαετίας του '60 που αποδίδουν οι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Καίτη Γκρέυ, Πόλυ Πάνου, Γιώτα Λύδια, Στράτος Διονυσίου, Αντώνης Ρεπάνης και Χρηστάκης
Παρά την περικοπή των τραγουδιών η συλλογή είναι ενδιαφέρουσα, αφού μπορεί να εκληφθεί κι ως ένα αντιπροσωπευτικό πορτρέτο του συνθέτη, μιας και περιλαμβάνει σχεδόν όλες τις μεγάλες του επιτυχίες, όπως: «Φαληριώτισσα», «Άνοιξε άνοιξε γιατί δεν αντέχω», «Πριν το χάραμα», «Απ' της Ζέας το λιμάνι», «Είμαστε φίλοι», «Ο Περικλής», «Σου 'χα χαρίσει την καρδιά», «Ο καψούρης» και άλλα.

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

Γιάννης Παπαϊωάννου: Βαδίζω και παραμιλώ (2007)

Άλλη μια ενδιαφέρουσα συλλογή αυθεντικών ηχογραφήσεων του Γιάννη Παπαϊωάννου από τις δεκαετίες του '40 και '50, τότε που κυριαρχούσαν οι 78 στροφές για δίσκους γραμμοφώνου, εκδόθηκε το 2007 από την ΜΒΙ με τίτλο «Βαδίζω και παραμιλώ». Περιλαμβάνει 14 κλασικά τραγούδια του μεγάλου βάρδου του ρεμπέτικου, τα περισσότερα ερμηνευμένα από τον ίδιο, όπως το συνήθιζε.
Ανάμεσα στα κλασικά αυτά τραγούδια ξεχωρίζουν ασφαλώς μερικές στιγμές που έχουν μείνει στην ιστορία του ελληνικού πενταγράμμου, όπως το τραγούδι του τίτλου που έχει γνωρίσει πολλές νεότερες επανεκτελέσεις, το σπουδαίο χασάπικο «Απ' της Ζέας το λιμάνι», ο περίφημος «Καπετάν Αντρέας Ζέππος» (που ήταν πραγματικό πρόσωπο και ένα είδος εργοδότη του συνθέτη όταν ασκούσε το επάγγελμα του ψαρά) και φυσικά η πολυτραγουδισμένη σε χορούς και πανηγύρια «Βαγγελίτσα»
Όλα τα τραγούδια έχουν μουσική και στίχους του Γιάννη Παπαϊωάννου, με εξαίρεση δύο («Μη με κοιτάς στα μάτια», «Απ' της Ζέας το λιμάνι») που έχουν στίχους του Μάρκου Βαμβακάρη και του Χαράλαμπου Βασιλειάδη αντίστοιχα. Εκτός από τον συνθέτη τραγουδούν επίσης: Οδυσσέας Μοσχονάς, Δημήτρης Περδικόπουλος, Πρόδρομος Τσαουσάκης, Στέλιος ΚαζαντζίδηςΕυάγγελος Σοκορέλης και Μάρκος Βαμβακάρης. Στις δεύτερες φωνές ακούγονται οι: Πόλυ Πάνου, Στέφανος Σπιτάμπελος, Θανάσης Ευγενικός, Χρήστος Λουρεντζής, Χρήστος Βλασσίου, Γιώργος Κωνσταντινίδης και Μαίρη Ζαννέτ.
Ενδιαφέρουσα έκδοση που φιλοξενεί μάλιστα κι ένα απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του συνθέτη «Ντόμπρα και σταράτα» (σε επιμέλεια του Κώστα Χατζηδουλή), ένα συναρπαστικό κείμενο ανεπιτήδευτου λαϊκού λόγου που ρέει αβίαστα σαν το νεράκι της πηγής. 

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Αποχαιρετισμός στον Λάκη Χαλκιά

Άλλη μια οδυνηρή απώλεια προστέθηκε στις πολλές δυστυχώς που μας έχουν τύχει τον τελευταίο καιρό, ιδιαίτερα τις πολύ πρόσφατες ημέρες. Μετά το χαμό της Μαίρης Λίντα και του Γιώργου Σταυριανού μας έφυγε χθες κι ο Λάκης Χαλκιάς (1943-2026), αυτός ο σπουδαίος ερμηνευτής που εμφανίστηκε δυναμικά στο προσκήνιο κατά τη δεκαετία του '70, αν και είχε ήδη σημαντική προϋπηρεσία στο τραγούδι από τα προηγούμενα χρόνια.
Χωρίς περιστροφές θα έλεγα ότι ο Λάκης Χαλκιάς δεν ήταν απλώς ένας σπουδαίος ερμηνευτής, αλλά πολύ σπουδαιότερος από αυτό που ίσως έχει εντυπωθεί στη συναισθηματική μας μνήμη και γιαυτό δε θα δίσταζα να τον χαρακτηρίσω αδικημένο. Μπορεί κατά τη δεκαετία του '70 να γνώρισε ευρεία αναγνώριση και αποδοχή με τα μεγάλα τραγούδια του Γιάννη Μαρκόπουλου που καλύπτουν μόλις μια πενταετία (1973-1977), αλλά ποτέ δε θεωρήθηκε ερμηνευτής πρώτης γραμμής και κυρίως ποτέ δεν προβλήθηκε όσο θα του άξιζε το μετά τον Μαρκόπουλο ερμηνευτικό και συνθετικό του έργο, το οποίο ασφαλώς παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και αποκαλύπτει έναν αληθινό μύστη της μουσικής τέχνης που δεν αρκέστηκε στις εύκολες δάφνες μιας πλούσιας δισκογραφίας την εποχή της Μεταπολίτευσης, αλλά "έψαχνε" συνεχώς το υλικό του λειτουργώντας ακόμη και ως μουσικολόγος ερευνητής.
Αν θα θέλαμε να βάλουμε σε κάποια συμβατικά καλούπια τη μουσική πορεία του Λάκη Χαλκιά, νομίζω πως θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τρεις μάλλον ευκρινείς κατηγορίες. Η μία (και ίσως η κοντινότερη στη μουσική του ιδιοσυγκρασία) ήταν η σχέση του με το παραδοσιακό τραγούδι, ιδιαίτερα αυτό της πατρίδας του της Ηπείρου που αποτυπώθηκε σε μια μεγάλη σειρά δισκογραφικών εκδόσεων που ξεκίνησαν το 1968 με το άλμπουμ «Δημοτικά» και συνεχίστηκαν σποραδικά σε όλη του την καριέρα. Η δεύτερη ήταν φυσικά η εμβληματική συνεργασία του με τον Γιάννη Μαρκόπουλο, αλλά και άλλους επώνυμους δημιουργούς (Λουκιανός Κηλαηδόνης, Απόστολος Καλδάρας, Μάριος Τόκας, Νίκος Μαμαγκάκης, Γιώργος Κατσαρός, Βαγγέλης Κορακάκης κ.ά.). Και η τρίτη κατηγορία περιλαμβάνει το συνθετικό του έργο που είναι ελάχιστα γνωστό, αλλά άκρως ενδιαφέρον, αφού συγκροτείται κυρίως από μελοποιημένη ποίηση.

Γιάννης Παπαϊωάννου: Οι μεγάλοι του ρεμπέτικου (1976)

Το καινούργιο μας αφιέρωμα παίρνει αφορμή από μια δυσάρεστη επέτειο. Σαν σήμερα, στις 3 Αυγούστου 1972, νωρίς τα χαράματα στο Πέραμα έχασε τη ζωή του από τροχαίο δυστύχημα ένας από τους κορυφαίους εκπροσώπους του κλασικού ρεμπέτικου της προπολεμικής και πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, ο Γιάννης Παπαϊωάννου (1913-1972), επιστρέφοντας στο σπίτι του από το νυχτερινό μαγαζί στις Τζιτζιφιές, όπου εργαζόταν. Ήταν μόλις 59 χρονών.
Ο Γιάννης Παπαϊωάννου ήταν Μικρασιάτης (γεννήθηκε στην Κίο, στην περιοχή της Προποντίδας), αλλά μικρός ακόμη βρέθηκε στην Αθήνα μετά την Καταστροφή του 1922, όπου αναγκάστηκε από παιδί να μπει στη βιοπάλη. Η πρώτη του δουλειά ήταν ψαράς, αλλά στη συνέχεια καταπιάστηκε και με πολλά άλλα επαγγέλματα, όπως χαμάλης στο λιμάνι του Πειραιά, μαραγκός και οικοδόμος, ενώ - σύμφωνα με προσωπική του μαρτυρία - ήταν και πολύ καλός τερματοφύλακας! Παράλληλα έπαιζε μαντολίνο, ενώ κρυφά από την αυστηρή μητέρα του άρχισε να μαθαίνει μπουζούκι, ώσπου το 1933 σκάρωσε το πρώτο του τραγουδάκι, την περίφημη «Φαληριώτισσα», η οποία λίγα χρόνια αργότερα (μάλλον το 1937) δισκογραφήθηκε κιόλας και η μεγάλη επιτυχία που γνώρισε τον έστρεψε οριστικά στο τραγούδι, το οποίο πλούτισε με σπουδαία λαϊκά τραγούδια που γνώρισαν πανελλήνια απήχηση. Ιδού μερικά: «Φαληριώτισσα», «Μοδιστρούλα», «Πριν το χάραμα», «Απ' της Ζέας το λιμάνι», «Σβήσε το φως να κοιμηθούμε», «Άνοιξε, άνοιξε γιατί δεν αντέχω», «Ανδρέας Ζέππος», «Μες στην Πόλης τα στενά», «Βαδίζω και παραμιλώ» και πολλά άλλα. Ήδη πριν από τον πόλεμο είχε ενταχθεί για ένα διάστημα στην περίφημη «ρεμπέτικη τετράδα» του Μάρκου Βαμβακάρη και του Στράτου Παγιουμτζή, ενώ μεταπολεμικά (στις αρχές του '50) έγινε ο πρώτος λαϊκός καλλιτέχνης που πέρασε τον Ατλαντικό κι έκανε εμφανίσεις στον απόδημο ελληνισμού της Αμερικής. Από τα μέσα της δεκαετίας του '50 γνωρίστηκε με τον Βασίλη Τσιτσάνη κι άρχισε έτσι μια μακροχρόνια φιλία και συνεργασία που κράτησε ως τον αδόκητο θάνατό του.
Από την εξαιρετική δισκογραφική σειρά «Οι μεγάλοι του ρεμπέτικου» που εκδόθηκε στα μέσα της δεκαετίας του '70 από τη Minos (Margo) με την εγγυημένη επιμέλεια του Κώστα Χατζηδουλή ο υπ' αριθμόν 4 δίσκος ήταν αφιερωμένος στον Γιάννη Παπαϊωάννου με 14 αυθεντικές ηχογραφήσεις γραμμοφώνου της περιόδου 1935-1950. Ανάμεσά τους και μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια του, όπως: «Φαληριώτισσα», «Μοδιστρούλα» και «Όταν δω τα δυο σου μάτια». Βασικός ερμηνευτής είναι ο ίδιος ο συνθέτης, ενώ μαζί του ακούγονται και άλλοι σπουδαίοι βάρδοι του αυθεντικού ρεμπέτικου, όπως ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Οδυσσέας Μοσχονάς, η Σωτηρία Μπέλλου, ο Σπύρος Ευσταθίου και ο Ηλίας Ποτοσίδης. Στη συλλογή περιλαμβάνονται και δυο οργανικά θέματα και μάλιστα με τον ίδιο τίτλο, αλλά με διαφορετικό σκοπό («Σέρβικο σμυρνέικο»).

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Δήμος Μούτσης: Πέντε δίσκοι 45 στροφών (1967-1972)

Πριν από 88 χρόνια ακριβώς, στις 2 Αυγούστου 1938, γεννήθηκε στον Πειραιά ο εκλεκτός συνθέτης Δήμος Μούτσης (1938-2024), ένας από τους κορυφαίους τραγουδοποιούς που έβγαλε το ελληνικό πεντάγραμμο, δημιουργός εξαίρετων τραγουδιών που αγαπήθηκαν πολύ κι έχουν γίνει πλέον κλασικά γνωρίζοντας μάλιστα πολλαπλές επανεκτελέσεις στη δισκογραφία, αλλά και στα ζωντανά προγράμματα.
Η καριέρα του Δήμου Μούτση διακρίνεται σε δύο μεγάλες φάσεις που θα μπορούσαμε να τις θεωρήσουμε ετερόκλητες, αν δεν υπήρχε ο συνεκτικός δεσμός της μελωδικής τους βάσης και του χαρακτηριστικού ύφους του συνθέτη που τελικά καταφέρνει να τις ενοποιεί μια χαρά. Η «λαϊκή» περίοδός του ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του '60, ουσιαστικά το 1967, όταν εντάχθηκε στο δυναμικό της Columbia και γνωρίστηκε με τον Νίκο Γκάτσο, με τον οποίο θα γράψει δεκάδες υπέροχα λαϊκά τραγούδια, ως τα τέλη της επόμενης δεκαετίας που οριοθετείται με το άλμπουμ «Δρομολόγιο», όπου ξανασυντάται μετά από ένα διάλειμμα με τον Νίκο Γκάτσο. Η δεύτερη φάση διαπλέκεται αρχικά με την πρώτη, αφού τοποθετείται στα μέσα της δεκαετίας του '70 με τον σημαντικό κύκλο μελοποιημένης ποίησης «Τετραλογία», αλλά παγιώνεται μετά το 1981 με τον οριακό δίσκο «Φράγμα» και ολοκληρώνεται το 1994 με το άλμπουμ «Για πούλημα λοιπόν» που αποτέλεσε το κύκνειο δισκογραφικό του άσμα, αφού στα 30 χρόνια που έζησε ακόμη δεν ξαναμπήκε στο στούντιο για καινούργια τραγούδια! 
Η πρώτη πενταετία της «λαϊκής» φάσης του Δήμου Μούτση κυριαρχείται από ηχογραφήσεις για δίσκους 45 στροφών που τότε ακόμη αποτελούσαν τον κυριότερο φορέα ήχου για το ευρύ κοινό. Από την πενταετία λοιπόν 1967-1972 έχω επιλέξει πέντε δισκάκια 45 στροφών με δέκα πασίγνωστα τραγούδια του συνθέτη που ερμηνεύουν τρεις από τους αγαπημένους του τραγουδιστές, η Βίκυ Μοσχολιού, ο Σταμάτης Κόκοτας και ο Μανώλης Μητσιάς. Τα τρία πρώτα δισκάκια («Βρέχει ο θεός» / «Πήρες το μεγάλο δρόμο», «Σ' έβλεπα στα μάτια» / «Πού να 'βρω ταχυδρόμο, «Φανή» / «Κράτησα μια σπίθα») κυκλοφόρησαν τη διετία 1967-1968 κι έχουν στίχους του Νίκου Γκάτσου, στο δισκάκι του 1970 («Με το πρώτο λεωφορείο» / «Δρόμο το δρόμο») οι στίχοι μοιράζονται μεταξύ Γιάννη Λογοθέτη και Νίκου Γκάτσου, ενώ το 5ο δισκάκι («Παναγιά μου Γρηγορούσα» / «Το ρούχο σου το θαλασσί») που κυκλοφόρησε το 1972 έχει στίχους του Μάνου Ελευθερίου και είναι και το μοναδικό που φέρει τη σφραγίδα της δισκογραφικής εταιρείας Olympic (Philips), όπου είχε ήδη μεταγραφεί ο συνθέτης από την προηγούμενη χρονιά έχοντας ολοκληρώσει τη συνεργασία του με την Columbia.

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Η Γλυκερία τραγουδά Μιχάλη Σουγιούλ (2014)

Το σημερινό μας αφιέρωμα στον εμβληματικό συνθέτη Μιχάλη Σουγιούλ (1906-1958), πραγματικό επώνυμο Σουγιουλτζόγλου, στηρίζεται εν μέρει σε μια μικρή αυθαιρεσία! Αξιοποιώντας μια (μάλλον αδύναμη) εκδοχή που φέρει τον συνθέτη να έχει γεννηθεί την 1η Αυγούστου του 1906, μπορούμε σήμερα να τιμήσουμε τη μνήμη του για τη συμπλήρωση 120 χρόνων από τη γέννησή του. Η αλήθεια βέβαια είναι πως η ασφαλέστερη πληροφορία τοποθετεί τη γέννησή του στο μήνα Νοέμβριο, χωρίς να προσδιορίζεται η ακριβής ημέρα. Και μάλιστα δεν υπάρχει καν ομοφωνία ακόμη και για το έτος της γέννησής του που κυμαίνεται στο διάστημα 1900-1906, αν και μάλλον το 1906 είναι το επικρατέστερο που σημαίνει ότι ο παραγωγικότατος αυτός συνθέτης έφυγε πολύ πρόωρα από τη ζωή, μόλις στα 52 του χρόνια από εγκεφαλικό επεισόδιο, συνέπεια πιθανότατα της γαστριμαργικής του αδυναμίας!
Περιττό μάλλον να ξαναθυμίσω ποιος ακριβώς ήταν ο Μιχάλης Σουγιούλ, ο ανεξάντλητος και πάντα εμπνευσμένος αυτός τραγουδοποιός με μακροχρόνια θητεία στο μουσικό θέατρο κατά τις δεκαετίας του '40 και '50, δημιουργός μερικών διαχρονικών τραγουδιών που δεν έχασαν ποτέ τη λάμψη και τη γοητεία τους. Θυμίζω μερικές κορυφογραμμές: «Το τραμ το τελευταίο», «Άσ' τα τα μαλλάκια σου», «Ζεχρά», «Για μας κελαηδούν τα πουλιά», «Πάμε σαν άλλοτε», «Ας ερχόσουν για λίγο», «Ο μήνας έχει εννιά», «Άσε τον παλιόκοσμο να λέει», «Χαράμι», «Τραμπαρίφας», «Κάτι με τραβάει κοντά σου», «Θα καθόμουνα πλάι σου», «Βρε πώς μπατιρήσαμε», «Άρχισαν τα όργανα», «Αδύνατον να κοιμηθώ» και πολλά άλλα. Θυμίζω μάλιστα ότι ένα από τα δικά του «αρχοντορεμπέτικα», το ζεϊμπέκικο «Θα γυρίσει ο τροχός», επέλεξε ο Μάνος Χατζιδάκις ως εναρκτήριο θέμα στον ορχηστρικό κύκλο «Ο σκληρός Απρίλης του '45» (1974). Στίχους στα τραγούδια αυτά έγραψαν οι Αλέκος Σακελλάριος, Χρήστος και Γιώργος Γιαννακόπουλος, Κώστας Κοφινιώτης, Μίμης Τραϊφόρος, Νίκος Φατσέας, Δημήτρης Γιανουκάκης, Αιμίλιος Σαββίδης και άλλοι.
Στις 8 Ιουνίου 2013 ηχογραφήθηκε ένα ζωντανό πρόγραμμα που παρουσίασε η Γλυκερία στο Μουσικό Προαύλιο του Θεάτρου Badminton αφιερωμένο αποκλειστικά στα τραγούδια του Μιχάλη Σουγιούλ. Η ζωντανή αυτή ηχογράφηση με εικοσιπέντε συνολικά τραγούδια του συνθέτη εκδόθηκε το 2014 σε διπλό ψηφιακό δίσκο από την F. Productions με τίτλο «Η Γλυκερία τραγουδά Μιχάλη Σουγιούλ», ενώ παράλληλα διανεμήθηκε και μέσω της εφημερίδας Δημοκρατικός Τύπος με τον πιο εμπορικό τίτλο «Κάνε κουράγιο, Ελλάδα μου». Την παραγωγή του προγράμματος επιμελήθηκε ο Μιχάλης Κουμπιός. Έλαβε μέρος η ορχήστρα Athens Chamber Orchestra υπό την καθοδήγηση του μαέστρου (και κλασικού κιθαριστή) Απόλλωνα Κουσκουμβεκάκη. Μαζί με τη Γλυκερία τραγούδησε και ο Μπάμπης Τσέρτος, ενώ στα φωνητικά συμμετείχαν ο Χάρης Μακρής, ο Κώστας Σέγγης και ο Γιάννης Τσέρτος. Το αποτέλεσμα ηχεί μάλλον κατώτερο των προσδοκιών, ίσως γιατί η εκφραστική λαϊκή φωνή της ερμηνεύτριας δεν είναι κατάλληλη για το συγκεκριμένο είδος τραγουδιού.