Δευτέρα 31 Αυγούστου 2020

Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω: Πέρα στου Κεγχριού τον κάμπο (1995)

Ξεφεύγοντας από την ομφαλοσκοπική τους μανιέρα οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω, τέσσερα χρόνια μετά την "Ϊχνογραφία", μας δίνουν εδώ ένα δίσκο εντελώς εξωστρεφή και ανέμελο με τίτλο "Πέρα στου Κεγχριού τον κάμπο".  
Πρόκειται για τραγούδια σχεδόν παιδικά με διονυσιακές εκλάμψεις, λουσμένα στο φως του καλοκαιριού, στους χυμούς της ελληνικής φύσης και στον αθώο ενθουσιασμό της παιδικής αφέλειας. Άλλωστε τα ερμηνεύουν κυρίως παιδικές φωνές χρωματίζοντας γοητευτικά μια συναρπαστική παρέλαση ακουστικών εικόνων που πλημμυρίζουν τ' αφτιά μας. 
Οι στίχοι βουτάνε βαθιά στις ρίζες της σφύζουσας ελληνικής λαλιάς ανασύροντας λέξεις και εικόνες συχνά λησμονημένες. Σταχυολογώ κάμποσες τέτοιες χαρακτηριστικές λέξεις: αιθρίες, Αιγιάλεια, ερωδιοί, Γάργανος, ρόδα, ία, Ερύθεια, τσικλιδάρα, Χρυσόθεμις, Αστερόπη, φτελιά, Υαμπεία, Πάνδροσος, Θαλλώ, Καρπώ, εύφρανση, χελιδόνισμα, ενιαυτός, άλκιμοι κιθαρωδοί, Αργώ πασιμέλουσα, βραγιές κλπ. 
Στην εκτέλεση των τραγουδιών συμμετέχουν η μεσόφωνος Άννα Καραγεωργιάδου, η παιδική χορωδία των εκπαιδευτηρίων Γιάννη Τσιαμούλη, η ηθοποιός Λήδα Δημητρίου και ο τραγουδοποιός Βασίλης Νικολαΐδης. Το καλαίσθητο εξώφυλλο φιλοτέχνησε και πάλι ο Χάρξς Καβαλλιεράτος.

Κυριακή 30 Αυγούστου 2020

Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω: Ιχνογραφία (1991)

Η συνεργασία του συγκροτήματος Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω με τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Σείριο που ξεκίνησε το 1988 και ήδη είχε αποφέρει δύο θαυμάσιους κύκλους τραγουδιών, τα "Παροίνια" (1988) και τα "Εγκαίνια" (1989), συνεχίζεται και την επόμενη δεκαετία του '90 με μια τρίτη προσωπική δισκογραφική κατάθεση που κυκλοφόρησε από τον Σείριο τον Οκτώβρη του 1991 με τίτλο "Ιχνογραφία" και είναι αφιερωμένη στον μέντορά τους Μάνο Χατζιδάκι και στον Νίκο Γκάτσο. 
Θυμίζω βέβαια ότι ο μεγάλος ποιητής-στιχουργός στη συνέχεια - αν και εν απουσία του - είχε μια ιδιαίτερη διασύνδεση με το συγκρότημα, όταν η σύντροφός του Αγαθή Δημητρούκα όχι απλώς συνεργάστηκε μαζί τους, αλλά συνέδεσε και τη ζωή της με τον Γιώργο Φιλιππάκη. 
Στην "Ιχνογραφία" έχουν μελοποιήσει μια σειρά από ενδιαφέροντα κείμενα είτε δικά τους, είτε του σταθερού τροφοδότη τους Βασίλη Νικολαΐδη, είτε ακόμη και σημαντικών μας ποιητών, όπως ο Ανδρέας Κάλβος, ο Γιώργος Σαραντάρης (για δεύτερη συνεχόμενη φορά) και ο Νίκος Εγγονόπουλος. Γι' αυτούς δεν αποτελεί εμπόδιο ένα τόσο ετερόκλητο υλικό που κινείται από τον απλό λυρικό λόγο μέχρι την περίπλοκη υπερρεαλιστική γραφή, αλλά αντιθέτως τους οδηγεί με άνεση στην επινόηση ευφάνταστων ηχοχρωματισμών που συνθέτουν έναν συναρπαστικό μουσικό πίνακα πολύχρωμο, ηλιόλουστο, ονειρικό, αλλά και οικείο καθημερινό ακροβατώντας με σωστή ισορροπία σε ποικίλα μουσικά είδη.
Στο δίσκο, εκτός από τα βασικά μέλη του σχήματος (Χάρης Καβαλλιεράτος, Γιώργος Φιλιππάκης, Barbara Sauter και Γιάννης Καρκύρας), συμπράττουν οι αξιόλογοι μουσικοί: Γιάννης Παπαγιάννης (όμποε), Σπύρος Γατζίας (τρομπόνι), Νίκος Ζερβόπουλος (τούμπα), Χρήστος Τσιαμούλης (ούτι, νέι, λαούτο), Βασίλης Παπαβασιλείου (κοντραμπάσο) και Θόδωρος Κοτεπάνος (πιάνο). Το εξώφυλλο και πάλι σχεδίασε ο Χάρης Καβαλλιεράτος.

Σάββατο 29 Αυγούστου 2020

Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω: Τα παροίνια (1988)

Μετά το εξαιρετικό τους ξεκίνημα με τις "Κακές μας πράξεις" (1982) οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω συνεχίζουν στο δρόμο που άνοιγε μπροστά τους, χωρίς να αλλάξουν το βηματισμό τους, όχι όμως και δισκογραφική στέγη, αφού οι επόμενες δύο δουλειές τους, τα "Πλάγια λόγια" (1983) και "Συ φέρνεις τα τραγούδια" (1985), φιλοξενήθηκαν από την εταιρία των Αδελφών Φαληρέα, ενώ το 1985 έκαναν ένα προσωρινό πέρασμα από τη Minos συμπράττοντας στον προσωπικό δίσκο της Δήμητρας Γαλάνη που είχε για τίτλο το δικό τους όνομα, "Χάνομαι γιατί ρεμβάζω"
Τρία χρόνια αργότερα βρέθηκαν στο περιβάλλον του Μάνου Χατζιδάκι και τον Σείριο, όπου συμμετείχαν μαζί με πολλούς άλλους νέους καλλιτέχνες σε ένα πρόγραμμα με τον γενικό τίτλο «Ο Σείριος παρουσιάζει» που αποτυπώθηκε και στον πολυσυλλεκτικό δίσκο "Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά", ενώ παράλληλα ηχογράφησαν και τον 4ο προσωπικό τους δίσκο με τίτλο "Τα παροίνια", αφιερωμένο στο φίλο και συνεργάτη τους Βασίλη Νικολαΐδη, αξιόλογο επίσης τραγουδοποιό, ο οποίος άλλωστε τους έδωσε και στίχους του για το δίσκο. 
Ο δίσκος αυτός δείχνει ότι το συγκρότημα είχε πλέον κατακτήσει τα εκφραστικά του μέσα με ώριμο τρόπο. Χαμηλόφωνες μπαλάντες με κύριο χαρακτηριστικό τη μελωδία, αλλά και τις ποικίλες ρυθμικές εναλλαγές. Τολμούν μάλιστα να καταφύγουν και στον ποιητικό λόγο και μάλιστα ιδιαίτερων ποιητών, όπως ο Ομάρ Καγιάμ και ο Λι Τάι Πο. Θυμίζω ότι ο τελευταίος είναι ο ποιητής που ενέπνευσε στον σημαντικό λόγιο συνθέτη Gustav Mahler τον αριστουργηματικό κύκλο τραγουδιών "Το τραγούδι της γης" (1908-1911). Η μουσική γράφτηκε από τον Χάρη Καβαλλιεράτο με εξαίρεση το τραγούδι "Κάποτε κάποτε είσαι πρόσωπο κι άλλες φορές τοπίο" που γράφτηκε από τον Γιώργο Φιλιππάκη. 

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2020

Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω: Οι κακές μας πράξεις (1982)

Επιστρέφουμε πίσω σήμερα, στο ξεκίνημα του μουσικού σχήματος Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω, και συγκεκριμένα στο 1982, τη χρονιά που κυκλοφόρησε από την ΕΜΙ η πρώτη ολοκληρωμένη δισκογραφική τους εργασία με τίτλο "Οι κακές μας πράξεις". Θυμίζω βέβαια ότι οι πρώτες τους συστάσεις με το ελληνικό μουσικόφιλο κοινό είχαν γίνει την προηγούμενη χρονιά στους πρώτους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού που διοργάνωσε στην Κέρκυρα ο Μάνος Χατζιδάκις, όπου είχαν παρουσιάσει το γνωστό τους τραγούδι "Η αγαπητικιά μου", το οποίο ενσωματώθηκε και στον πρώτο τους δίσκο. 
Το 1982 λοιπόν είναι η χρονική αφετηρία της δισκογραφικής παρουσίας του σχήματος, στο οποίο πρέπει να πούμε ότι νωρίτερα πέρασε από τις τάξεις του κι ο Νίκος Πορτοκάλογλου και άλλα μέλη που στη συνέχεια σχημάτισαν το συγκρότημα των Φατμέ. Οι Χάνομαi Γιατί Ρεμβάζω ξεκίνησαν με αρχικά μέλη τους Χάρη Καβαλλιεράτο, Γιώργο Φιλιππάκη, Αργύρη Αμίτση, Μιχάλη Μουστάκη και Γιάννη Κερκύρα, ενώ στην πρώτη τους δουλειά συμπράττουν ο Μιχάλης Σιγανίδης παίζοντας κοντραμπάσο, ο Θοδωρής Μανίκας που επωμίζεται και την παραγωγή και η Ελευθερία Αρβανιτάκη που συμμετέχει σε κάποια φωνητικά. 
Ο δισκος περιέχει μερικά πολύ όμορφα και μελωδικά τραγούδια. Ακούστηκαν ίσως λίγο παραπάνω τα: "Η αγαπητικιά μου" και το "Αγαπούλα κρυφή". Νομίζω όμως ότι υπάρχουν κι άλλες εκλεκτές στιγμές, όπως τα τρυφερά "Τραγούδι του παιδιού" και "Μικρή θεά", το λαϊκότροπο "Δε θα 'ναι έτσι" που ερμηνεύει η Ελευθερία Αρβανιτάκη και το αρχαιότροπο "Διόνυσος" με την περίτεχνη οργανική coda στο φινάλε. Οι ίδιοι σημειώνουν στο οπισθόφυλλο γι' αυτή την πρωτόλεια εργασία τους: «Οι κακές μας πράξεις είναι τραγούδια που δεν έχουν κεραυνοβοληθεί από μεγαλίστικη συμπεριφορά. Είναι βγαλμένα από το παιχνίδι και τις ζαβολιές του – γι’ αυτό έχουν τη γοητεία να σ’ αφήνουν ανικανοποίητο …Έρχονται σα μεσημέρι με πανί και τολμούν να υποκύπτουν στην επιθυμία να κάνουν χαρούμενους και λυπητερούς περιπάτους ανάμεσά μας». 

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2020

Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω: Τα εγκαίνια (1989)

Με τίτλο "Τα εγκαίνια" κυκλοφόρησε από τον Σείριο το 1989 ο πέμπτος κατά σειρά προσωπικός δίσκος του "έντεχνου" μουσικού σχήματος Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω
Πρόκειται για μια δουλειά που θα τη χαρακτήριζα μουσικό καλειδοσκόπιο με εικοσιένα τραγούδια - είκοσι πρωτότυπα κι ένα σε διπλή εκτέλεση - το καθένα κι ένα μικρό ψηφιδωτό ήχων, μελωδιών και ρυθμών ετερόκλητων που μοιάζουν ενίοτε να μη συνιστούν συμπαγή ενότητα, χωρίς ωστόσο αυτό να μειώνει ούτε στο ελάχιστο την ακαταμάχητη γοητεία τους! 
Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω "παίζουν" με όλα τα μουσικά ηχοχρώματα στήνοντας έναν επιτηδευμένα αναποφάσιστο μελωδικό καμβά που μοιάζει να ανακαλεί ασταμάτητα μνήμες νοσταλγικές, αλλά και σύγχρονες θρυμματίζοντάς τις ανελέητα με αιφνίδια ρυθμικά γυρίσματα που ανατρέπουν πλήρως αυτό που έμοιαζε νωρίτερα να χτίζεται μεθοδικά! 
Σπουδαίοι μουσικοί όλοι τους (Χάρης Καβαλλιεράτος, Γιώργος Φιλιππάκης, Barbara Sauter, Γιάννης Κερκύρας, Αργύρης Αμίτσης, Μιχάλης Μουστάκης), δείχνουν να έχουν τον απόλυτο έλεγχο αυτής της "ξεκούρδιστης" ορχήστρας δημιουργώντας έναν πολύ διακριτό και άμεσα αναγνωρίσιμο ήχο. 
Όπως και σε άλλες δουλειές τους, κι εδώ έχουν επιλέξει ή γράψει οι ιδιοι κείμενα "φευγάτα" και εκκεντρικά προσφεύγοντας και πάλι στον δόκιμο ποιητικό λόγο με επιλεγμένα ποιήματα είτε Ελλήνων (Γιώργος Σαραντάρης, Ντίνος Χριστιανόπουλος), είτε ξένων ποιητών (Μαλαρμέ, Ρεμπό, Μίλλερ, Ομάρ Καγιάμ),  μαζί με ένα ποίημα του άγνωστου αρχαίου ποιητή Μνασάλκα του Σικυώνιου κι ένα ινδιάνικο νανούρισμα όμορφα ερμηνευμένο από τη Νένα Βενετσάνου.

Γιάννης Πουλόπουλος Νο.4 (1970)

Ο 4ος προσωπικός δίσκος του Γιάννη Πουλόπουλου κυκλοφόρησε το 1970, δυο χρόνια μετά τους υπ' αριθμόν 2 και 3, μιας και την ενδιάμεση χρονιά του 1969 δεν χώραγε κι άλλος προσωπικός δίσκος, αφού εκείνη τη χρονιά έφτασε στον κολοφώνα της λαμπρής καριέρας του ερμηνεύοντας τρεις κορυφαίους δίσκους, τον "Δρόμο" του Μίμη Πλέσσα, τις "Ώρες" του Λίνου Κόκοτου και τα "12 τραγούδια του Λόρκα" του Γιάννη Γλέζου! 
Ο 4ος δίσκος του Πουλόπουλου σηματοδοτεί, μαζί με την είσοδο στη νέα δεκαετία, και την αρχή της κάμψης στην καριέρα του που θα επιφέρει τη σταδιακή υποχώρηση του από την πρώτη θέση, όπου δέσποζε τα προηγούμενα χρόνια. 
Ο δίσκος λοιπόν αυτός, εντελώς ανισοβαρής και εμφανώς υποδεέστερος από τους προηγούμενους, περιλαμβάνει δεκατρία τραγούδια πολύ διαφορετικής μεταξύ τους ποιότητας, κάποια πολύ όμορφα και κάποια πολύ μέτρια έως ασήμαντα που δεν ακούστηκαν ούτε στον καιρό τους και εύλογα στη συνέχεια ξεχάστηκαν εντελώς. 
Αν θα έπρεπε να σταθώ λίγο στις καλές στιγμές του δίσκου, θα ξεχώριζα οπωσδήποτε το εναρκτήριο τραγούδι του Γιώργου Ζαμπέτα ("Αυτοί πουφεύγουν κι αυτοί που μένουν"), μεγάλο σουξέ της εποχής, ένα πολύ ωραίο τραγούδι του Γιάννη Γλέζου ("Κάθε Μάρτη, κάθε Απρίλη") και δυο δυνατά τραγούδια του Μίμη Πλέσσα ("Απόψε αντάμωσα το Χάρο", "Μεθυσμένο το φεγγάρι"). Υπάρχει επίσης το χαριτωμένο χασαποσέρβικο "Έχω μια βάρκα με πανιά" του Κώστα Κωνσταντακόπουλου κι ένα συμπαθητικό τραγουδάκι του ίδιου του Πουλόπουλου ("Τα περιβόλια του Νοτιά"), από τα ελάχιστα δικά του που είναι γραμμένα για ορχήστρα και όχι για μια απλή κιθάρα.

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2020

Γιάννης Πουλόπουλος Νο.3 (1968)

Η διετία 1968-1969 υπήρξε η παραγωγικότερη στην τραγουδιστική καριέρα του Γιάννη Πουλόπουλου, μια περίοδος ηχογραφήσεων με καταιγιστικούς ρυθμούς και ανεπάλληλων τεράστιων εμπορικών επιτυχιών που τον εδραίωσαν στην πρώτη θέση δημοφιλίας έναντι όλων των συναδέλφων του.
Έτσι λοιπόν μέσα στην ίδια χρονιά, το 1968, ο Γιάννης Πουλόπουλος μας έδωσε σε σύντομο χρονικό διάστημα δύο προσωπικούς δίσκους που επιγράφονταν με το όνομά του και είχαν την αρίθμηση 2 και 3. 
Είδαμε ήδη το δίσκο αρ.2 και σήμερα έχει σειρά ο υπ' αριθμόν 3 δίσκος του που εκδόθηκε φυσικά από τη Lyra με δώδεκα πανέμορφα τραγούδια επιλεγμένα είτε από τις 45 στροφές, είτε από τα μιούζικαλ της εποχής, είτε και από κάποιους δίσκους 33 στροφών. 
Η παρουσία αυτή τη φορά του Μίμη Πλέσσα είναι κυριαρχική, αφού υπογράφει τα μισά τραγούδια του δίσκου, όλα σχεδόν σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Δύο μάλιστα από αυτά ("Καμαρούλα", "Θα πιω απόψε το φεγγάρι"), σε μονοφωνική δυστυχώς εγγραφή, προέρχονται από το μιούζικαλ "Γοργόνες και μάγκες". Υπάρχει επίσης ένα τραγούδι του Γιάννη Σπανού ("Παιδί μου ώρα σου καλή") παρμένο και πάλι από την πρώτη του "Ανθολογία" (1967), αλλά και το τεράστιο σουξέ "Να 'χα τη δύναμη" του Γιάννη Γλέζου από το δίσκο "Η Ελένη του Μάη". Τα υπόλοιπα τραγούδια είναι συνθέσεις του Λίνου Κόκοτου, του Θόδωρου Τζίφα και του Κώστα Ξενάκη

Τρίτη 25 Αυγούστου 2020

Γιάννης Πουλόπουλος Νο.2 (1968)

Ένα χρόνο μετά τον πρώτο προσωπικό του δίσκο ο Γιάννης Πουλόπουλος μας έδωσε τον δεύτερο που περιλαμβάνει επίσης σκόρπιες ηχογραφήσεις για τις 45 στροφές σε μια εποχή που ήδη είχε αρχίσει να συμμετέχει σε πάμπολλες εκδόσεις δίσκων μακράς διαρκείας διαφόρων συνθετών από το επιτελείο της Lyra. 
Ο 2ος αυτός δίσκος λοιπόν σταχυολογεί μερικά πανέμορφα τραγούδια εκείνης της περιόδου (1967-1968) που υπογράφονται από τρεις σημαντικούς συνθέτες: Τον Μίμη Πλέσσα, τον Γιάννη Σπανό και τον Λίνο Κόκοτο. Ένα από τα τραγούδια του Γιάννη Σπανού ("Ήρθες εψές") προέρχεται από την πρώτη "Ανθολογία" του συνθέτη που είχε κυκλοφορήσει την προηγούμενη χρονιά, αλλά με ερμηνευτή τον Μιχάλη Βιολάρη. 
Τρία από τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου γράφτηκαν από τον ίδιο τον Πουλόπουλο, πάντα στο ίδιο ύφος της αργής μπαλάντας με συνοδεία κιθάρας, ενώ υπάρχει κι ένα τραγούδι του συνθέτη Νίκου Καλλίτση, αυτού που πολύ αργότερα μας έδωσε τον σημαντικό δίσκο "Απόπειρα" (1981). 
Από τα πανέμορφα τραγούδια του δίσκου ασφαλώς ξεχωρίζουν τα εξής: Ένα μαχαίρι (Λίνου Κόκοτου, Άκου Δασκαλόπουλου), Μια φορά μονάχα φτάνει (Γιάννη Σπανού, Κώστα Κινδύνη), Μην του μιλάτε του παιδιού (Μίμη Πλέσσα, Λευτέρη Παπαδόπουλου), Ήρθες εψές (Γιάννη Σπανού, Σωτήρη Σκίπη), Κι αν περπατώ (Γιάννη Σπανού, Άκου Δασκαλόπουλου).

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2020

Γιάννης Πουλόπουλος Νο.1 (1967)

Έφυγε λοιπόν κι ο Γιάννης Πουλόπουλος (1941-2020), ο αγαπημένος ερωτικός τραγουδιστής που μεσουράνησε στα τέλη της δεκαετίας του '60 ερμηνεύοντας πάμπολλα υπέροχα κι αλησμόνητα τραγούδια. 
Είχε κάνει τις πρώτες του - ξεχασμένες πια - ηχογραφήσεις στην Columbia το 1962, αλλά η πρώτη μεγάλη του ώρα ήρθε την επόμενη χρονιά, όταν τον διάλεξε ο Μίκης Θεοδωράκης ως ερμηνευτή στο θεατρικό έργο "Η γειτονιά των αγγέλων" του Ιάκωβου Καμπανέλλη, όπου ερμήνευσε τρία τραγούδια, αν και αυτό δε στάθηκε αρκετό, για να εδραιωθεί η παρουσία του στη μεγάλη αυτή εταιρία, όπου τότε κυριαρχούσε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Γιαυτό κι αμέσως μετά ο Πουλόπουλος μεταπήδησε στη νεοσύστατη Lyra, όπου πραγματικά μεγαλούργησε ηχογραφώντας πανέμορφα τραγούδια με καταιγιστικούς ρυθμούς, πράγμα που σύντομα τον επέβαλε ως το βαρύ πυροβολικό της εταιρίας και ως τον εμπορικότερο Έλληνα τραγουδιστή στα πρώτα χρόνια της Επταετίας ως τις αρχές του '70. 
Διέθετε ασφαλώς εξαιρετικό φωνητικό ηχόχρωμα, αλλά είχε την τύχη κιόλας να βρεθεί στο πλάι κορυφαίων συνθετών της εποχής που του εμπιστεύτηκαν τα καλύτερα τραγούδια τους, όπως ο Γιάννης Σπανός, ο Γιάννης Γλέζος, ο Λίνος Κόκοτος, ο Νίκος Μαμαγκάκης, ο Γιώργος Κατσαρός, αλλά και ο Σταύρος Κουγιουμτζής, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Μάνος Λοΐζος, ο Δήμος Μούτσης κι αργότερα ο Γιώργος Ζαμπέτας! Πάνω απ' όλους όμως ο Μίμης Πλέσσας, ο συνθέτης που οδήγησε τον τραγουδιστή στο αποκορύφωμα της καριέρας του είτε μέσα από τα κοσμαγάπητα μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη, είτε μέσα από αριστουργηματικούς κύκλους τραγουδιών με πιο χαρακτηριστικό τον εμβληματικό "Δρόμο" (1969).