Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2019

Θάνος Μικρούτσικος: Αραπιά για λίγο πάψε... (1983)

Μετά από μία εξαιρετικά παραγωγική περίοδο στη Lyra (1975-1981) στο ξεκίνημα της καριέρας του, ο Θάνος Μικρούτσικος μετακινήθηκε στην πολυεθνική CBS (μετέπειτα SONY), με την οποία μας έδωσε μια σειρά 5 δίσκων με ανανεωμένο ύφος και διαφορετική μουσική κατεύθυνση. Ο αξιολογότερος καρπός αυτής της συνεργασίας ήταν ο πολυσήμαντος κύκλος τραγουδιών "Εμπάργκο" (1982) σε ποίηση του Άλκη Αλκαίου. Η επόμενη μάλιστα χρονιά (1983) ήταν ιδιαίτερα παραγωγική, αφού ηχογράφησε τρία αξιόλογα έργα: "Ο Γέρος της Αλεξάνδρειας" (σε ποίηση Καβάφη), "Ιχνογραφία" (σε ποίηση Κ. Παπαγεωργίου) και "Αραπιά για λίγο πάψε..."
Ο δίσκος λοιπόν "Αραπιά για λίγο πάψε να χτυπάς με το σπαθί" είναι μια δουλειά που δείχνει το ανήσυχο και πολυσύνθετο μουσικό ταλέντο του Θάνου Μικρούτσικου, ο οποίος άλλωστε πολλές φορές έχει παρουσιάσει έργα διαφορετικής αισθητικής και απαιτήσεων από τους απλούς κύκλους τραγουδιών, ακόμη κι αν αυτοί δεν περιείχαν απλά τραγουδάκια για ένα εύκολο κοινό, αλλά τραγούδια ειδικών απαιτήσεων, όπως τα δικά του. 
Το συγκεκριμένο λοιπόν έργο περιλαμβάνει υλικό από μια ζωντανή ηχογράφηση στο Αρχαίο Θέατρο της Πάτρας τον Ιούλιο του 1982. Πρόκειται για δύο οργανικές συνθέσεις με τζαζ χρωματισμούς, μια Φαντασία για πιάνο και ένα Τρίο για πιάνο, ηλεκτρικό μπάσο και ντραμς. Και μαζί μ' αυτά μια εκτεταμένη τζαζ διασκευή του συγκλονιστικού τραγουδιού "Κι αυτό κακόηθες παιδιά" σε ποίηση Άλκη Αλκαίου, που προέρχεται από το "Εμπάργκο" και το ερμηνεύει και πάλι ο ίδιος ο συνθέτης. Ο δίσκος συμπληρώνεται με άλλα δυο πρωτότυπα τραγούδια, το ένα σε στίχους του John McGrath με τη Julie Massino και το άλλο σε ποίηση Bertolt Brecht μεταφρασμένο από τον Μάριο Πλωρίτη που ερμηνεύει η εξαιρετική Μαρία Δημητριάδη
Το συνολικό άκουσμα διεγείρει ετερόκλητα συναισθήματα ευθέως ανάλογα με τους ηχοχρωματικούς πειραματισμούς του συνθέτη. Αυτοσχεδιασμός και πειραματική διάθεση από έναν ανήσυχο δημιουργό που δεν έπαψε ποτέ να διερευνά σε βάθος και εύρος τα χωρικά ύδατα της τέχνης του. Συνεπίκουροί του εδώ εκλεκτοί μουσικοί της ελληνικής τζαζ, όπως: Γιώργος Φακανάς (μπάσο κιθάρα), Νίκος Τουλιάτος (ντραμς), Γιάννης Σπάθας (ηλεκτρική κιθάρα), Τάκης Φαραζής (πιάνο) και Θόδωρος Ρέλλος (σαξόφωνο). 

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2019

Ο Θάνος Μικρούτσικος μελοποιεί Καβάφη

Ο μεγάλος αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1863-1933) θεωρείται δικαίως ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής της νεότερης εποχής από το διεθνές φιλότεχνο κοινό και τους ειδικούς, έστω κι αν η επίσημη αναγνώριση μέσω βραβείων νόμπελ ή άλλων συναφών δεν έγινε ποτέ. Δεν είναι εύκολος ποιητής ο Καβάφης. Η ανάγνωση των λιγοστών ποιημάτων του σε πρώτο επίπεδο μοιάζει απλή και εύληπτη από τον καθένα. Αλλά η μαγεία του βρίσκεται στις βαθύτερες αναγνώσεις του και σ’ αυτά που κομψά και έντεχνα λανθάνουν πίσω από τις μαγικές και συχνά ασυνήθιστες λέξεις που επιστρατεύει σ’ ένα εντελώς προσωπικό εκφραστικό ύφος. Και φυσικά είναι ακόμα πιο δύσκολο να ανακαλύψει κανείς τη μουσικότητα και το ρυθμό που κρύβουν αυτοί οι απέριττοι και δωρικοί στίχοι, για να μπορέσει να τους μελοποιήσει. Ο Μίκης Θεοδωράκης το παραδέχτηκε ανοιχτά ότι αδυνατεί να μελοποιήσει Καβάφη! Αυτός που έχει καταπιαστεί με όλο το φάσμα του ελληνικού έμμετρου λόγου με τα γνωστά σημαντικά αποτελέσματα, εδώ σηκώνει τα χέρια του! Ένα στίχο μόνο του Καβάφη από το ποίημα «Η πόλις» περιέλαβε στην 3η Συμφωνία του και πέραν αυτού ουδέν !
Έτσι, ρίχνοντας κανείς μια ματιά στον ογκωδέστατο κατάλογο του μελοποιημένου έργου του Καβάφη που βρίσκουμε στην ελληνική δισκογραφία, δεν μπορεί παρά να εκπλαγεί. Ευχάριστα, άραγε; Ή με επιφύλαξη και περίσκεψη, όπως θα ‘λεγε κι ο ποιητής; Και τα δύο, νομίζω. Γιατί μπορεί να βρει κανείς κάποιες εργασίες με ευτυχές αποτέλεσμα, αλλά και άλλες με ένα δύσκολο άκουσμα που δεν ενθαρρύνει το περαιτέρω ενδιαφέρον. Στην πρώτη περίπτωση μπορούμε να τοποθετήσουμε τη μελοποίηση του Δήμου Μούτση που περιέχεται στην «Τετραλογία» (1975), του Θάνου Μικρούτσικου (1983), του Γιάννη Πετρίτση (2005), ίσως του Δημήτρη Παπαδημητρίου (2007) και την πρόσφατη του Γιάννη Σπανού (2013). Στην άλλη κατηγορία ανήκουν δουλειές, όπως το "Περιμένοντας τους βαρβάρους" (1979) του Γιάννη Γλέζου ή το "Είσαι ακόμα μακριά" (1996) του Χρήστου Παρμενίδη, το "Αφιέρωμα στον Καβάφη" (1990/2014) του Αλέξανδρου Καρόζα και μπόλικες ακόμα.
Από την πληθώρα όμως των καβαφικών μελοποιήσεων θεωρώ ότι η πιο αξιόλογη μουσικά εργασία κι αυτή που αποδίδει ηχητικά πιο πειστικά την καβαφική ατμόσφαιρα ανήκει στον Θάνο Μικρούτσικο. Πρόκειται για το δίσκο "Ο Γέρος της Αλεξάνδρειας" που εκδόθηκε το 1983 από την τότε CBS (νυν SONY) και περιλαμβάνει τα μέρη: «Γενάρης 1904», «Επέστρεφε», «Μονοτονία», «Επήγα», «Δεκέμβρης 1903», «80 Χρόνια αργότερα», «Επιθυμίες» και «Σύγχυσις».
Περισσότερο ακούστηκαν τα δύο πρώτα, ενώ η εξαίσια οργανική coda του δεύτερου τραγουδιού με το σόλο του μαντολίνου απομονώθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως μουσικό σήμα γνωστού ραδιοσταθμού. Το πιάνο έχει ισχυρή παρουσία, όπως συμβαίνει συχνά στα έργα του συνθέτη. Το άλλο όργανο που συμπρωταγωνιστεί είναι το μαντολίνο, το οποίο συμβάλλει αποφασιστικά στη δημιουργία ενός κλίματος γλυκιάς και τρυφερής νοσταλγικότητας. 
Τα τραγούδια ερμηνεύουν εξαιρετικά ο Γιώργος Μεράντζας, ο Σάκης Μπουλάς και ο Κώστας Θωμαΐδης. Το βασικό υλικό του δίσκου σε νέα εκτέλεση κι ερμηνευμένο από τον Κώστα Θωμαΐδη ξαναβρίσκουμε στις νεότερες δουλειές του Θάνου Μικρούτσικου "Ποίηση με μουσική" (1997) και "Επέστρεφε" (2009).
Ο δίσκος συμπληρώνεται με το δυνατό έργο «Ιχνογραφία» σε ποίηση Κώστα Παπαγεωργίου, ένα δεκαεξάλεπτο τραγούδι-ποταμό με έντονες πολιτικές αναφορές στα δύσκολα χρόνια που προηγήθηκαν.
Πρέπει να διευκρινίσω ότι στην ψηφιακή του επανέκδοση ο δίσκος εκδόθηκε με διαφορετική δομή, αφού στο σώμα της καβαφικής μελοποίησης προστέθηκε μέρος του έργου "Αραπιά για λίγο πάψε...", ενώ η "Ιχνογραφία" δεν πήρε ποτέ ψηφιακή μορφή. Φυσικά εδώ σας δίνω την αρχική αναλογική έκδοση του δίσκου που περιλαμβάνει και την "Ιχνογραφία", ενώ το έργο "Αραπιά για λίγο πάψε..." θα το παρουσιάσω χωριστά στην ολοκληρωμένη του μορφή. 

Σάββατο 31 Αυγούστου 2019

Σταύρος Κουγιουμτζής: Τραγούδια του καιρού μας (1977)

Αποχαιρετώντας τον φετινό καυτό Αύγουστο διάλεξα ένα δίσκο ...φθινοπωρινό με καλοκαιρινούς απόηχους! Ένα δίσκο του κορυφαίου λαϊκού τραγουδοποιού  Σταύρου Κουγιουμτζή (1932-2005), αυτού του υπέροχου και σεμνού δημιουργού που έλαμψε στη δεκαετία του '70 με μια σειρά εξαιρετικών κύκλων τραγουδιών που αγαπήθηκαν πολύ και εξακολουθούν πάντα να τραγουδιούνται και να επανεκτελούνται από νεότερους ερμηνευτές.
Αφού λοιπόν ο Σταύρος Κουγιουμτζής διέγραψε έναν θριαμβευτικό κύκλο ηχογραφήσεων με πρωταγωνιστή τον Γιώργο Νταλάρα ("Νάτανε το 21", "Όταν ανθίζουν πασχαλιές", "Ηλιοσκόπιο", "Μικρές πολιτείες", "Στα ψηλά τα παραθύρια"), αποφάσισε να λοξοδρομήσει λίγο από αυτή την ευθύγραμμη πορεία κι έτσι μας έδωσε πρώτα τις "Λαϊκές Κυριακές" (1976) με τη Χαρούλα Αλεξίου κι αμέσως μετά το δίσκο "Τραγούδια του καιρού μας" που σας παρουσιάζω σήμερα.
Τα "Τραγούδια του καιρού μας" λοιπόν κυκλοφόρησαν το 1977 από τη Minos και είναι ένας κύκλος ένδεκα λαϊκών τραγουδιών με ένα ορχηστρικό φινάλε (βασισμένο στη μελωδία ενός τραγουδιού) πάνω σε στίχους κυρίως του Άκου Δασκαλόπουλου και του Μιχάλη Μπουρμπούλη. Δεν κρύβει εκπλήξεις ο δίσκος, αφού και πάλι έχουμε τραγούδια στο οικείο ύφος του συνθέτη με στέρεες δωρικές μελωδίες λεπτοδουλεμένες και στρογγυλεμένες, έτσι που η μουσική να κυλάει ήρεμα και δροσερά σαν το σιγανό ποταμάκι ή το πρώτο ανοιξιάτικο αεράκι. Η θεματολογία των τραγουδιών αντλείται από την καθημερινότητα με κάποιες λίγο απρόσμενες πολιτικές αναφορές που δίνουν ένα αλλιώτικο ενδιαφέρον. Ανάμεσά τους κι ένα εξαίσιο μελοποιημένο ποίημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη ("Το δρομάκι το παλιό") που μας τον είχε συστήσει λίγα χρόνια νωρίτερα ο Γιάννης Σπανός στις δυο πρώτες του "Ανθολογίες", για να γίνει στα κατοπινά χρόνια ένας από τους δημοφιλέστερους ποιητές της ελληνικής δισκογραφίας.
Βασικός ερμηνευτής του δίσκου είναι ο αδικημένος Κώστας Σμοκοβίτης, ένας ερμηνευτής με υπέροχο φωνητικό ηχόχρωμα που έκανε δυναμικά την είσοδό του στο ελληνικό τραγούδι το 1973-74 με συνθέσεις του Μάνου Λοΐζου, του Απόστολου Καλδάρα και του Γιώργου Χατζηνάσιου, ο Κουγιουμτζής του χάρισε τον πρώτο ουσιαστικά προσωπικό του δίσκο, αλλά στη συνέχεια δεν μπόρεσε να σταθεί στο δισκογραφικό στερέωμα και αποσύρθηκε με δική του απόφαση επιστρέφοντας σποραδικά με κάποιες ακόμα προσωπικές δουλειές ("Τριαντάφυλλο κι αγκάθι", 1981, "Τρελό καλοκαίρι", 1985), χωρίς όμως ποτέ να έχει εδραιώσει σταθερά την παρουσία του.
Δυο τραγούδια του δίσκου ερμηνεύει πολύ αισθαντικά η Αιμιλία Κουγιουμτζή, σύζυγος του συνθέτη, η οποία στη μικρή δισκογραφική της ιστορία έχει ερμηνεύσει αποκλειστικά και μόνο τραγούδια του Σταύρου Κουγιουμτζή. Τα δυο τραγούδια που λέει εδώ ("Το λεωφορείο", "Το δρομάκι το παλιό") είναι και τα πιο αγαπημένα μου από το δίσκο. Υπέροχες λαϊκές μπαλάντες με ...φθινοπωρινούς χρωματισμούς και μια τρυφερή μελαγχολία που είναι αδύνατον να μην αγγίξει τον ψυχισμό κάθε ευαίσθητου ακροατή...

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2019

Χρήστος Λεοντής: Παραστάσεις (1975)

Περνάμε σήμερα στον δεύτερο μεγάλο δίσκο του Χρήστου Λεοντή που κυκλοφόρησε στο τέλος του 1975 λίγους μήνες μετά το "Καπνισμένο Τσουκάλι" κι ένα χρόνο μετά το αριστουργηματικό "Αχ, έρωτα".
Πρόκειται για τη συλλογή τραγουδιών με γενικό τίτλο "Παραστάσεις". Και την ονομάζω "συλλογή τραγουδιών" και όχι "κύκλο", γιατί εδώ έχουν συγκεντρωθεί τραγούδια του συνθέτη γραμμένα σε διάφορες χρονικές στιγμές και για διαφορετικό σκοπό. Συγκεκριμένα, έχουμε τραγούδια από τρεις θεατρικές παραστάσεις που καλύπτουν τα 3/4 του δίσκου και γιαυτό άλλωστε δόθηκε αυτός ο τίτλος στην έκδοση. 
Τα πρώτα τρία τραγούδια που ερμηνεύει συγκινητικά ο Μανώλης Μητσιάς προέρχονται από την παράσταση του Θεάτρου Τέχνης "Προστάτες" του Μήτσου Ευθυμιάδη, ο οποίος έγραψε και τους στίχους. Ακολουθούν τρία σπουδαία τραγούδια του συνθέτη που γράφτηκαν για την παράσταση "Η Ισαβέλλα, τρεις καραβέλες κι ένας παραμυθάς" του Ιταλού νομπελίστα συγγραφέα Dario Fo (1926-2016) σε ελληνική απόδοση του Κωστή Σκαλιόρα. Τα ερμηνεύουν ο Μανώλης Μητσιάς, η Τάνια Τσανακλίδου και ο πρωτοεμφανιζόμενος Γιώργος Μεράντζας. Ένα από αυτά, το "Στρείδι και το μαργαριτάρι", είναι χωρίς αμφιβολία ένα αυθεντικό αριστούργημα, από τις πιο εκλεκτές στιγμές του συνθέτη συνολικά.
Το πρώτο μισό της δεύτερης πλευράς καλύπτεται από τρία σημαντικά τραγούδια που γράφτηκαν για την παράσταση "Η Χιλή θα νικήσει" βασισμένη στο επικό έργο του μεγάλου Χιλιανού ποιητή Pablo Neruda (1904-1973) "Canto General" που μετέφρασε υποδειγματικά η μεγάλη Ελληνίδα ερμηνεύτρια του ελαφρού τραγουδιού Δανάη Στρατηγοπούλου, η οποία γνώρισε από κοντά τον ποιητή και συνεργάστηκε μαζί του. Ο Νίκος Ξυλούρης, η Τάνια Τσανακλίδου και ο Γιώργος Μεράντζας είναι οι τρεις ερμηνευτές των τραγουδιών.
Τέλος, ο δίσκος συμπληρώνεται με τρεις εξαιρετικές επανεκτελέσεις παλιότερων τραγουδιών του συνθέτη από το δίσκο "Η Άννα Συνοδινού διαβάζει..." (1972). Πρόκειται για τα τραγούδια: "Το χάραμα επήρα" του Διονυσίου Σολωμού (από το πρώτο σχεδίασμα των "Ελεύθερων Πολιορκημένων", που στο δίσκο της Συνοδινού ήταν ενσωματωμένο σε απόσπασμα από τη "Γυναίκα της Ζάκυθος" και το ερμήνευε η Μαρία Δημητριάδη), "Ο ήλιος εβασίλεψε" (από τα "Απομνημονεύματα" του Μακρυγιάννη) και ο "Θούριος" του Ρήγα Φεραίου. Το πρώτο το ερμηνεύει η Τάνια Τσανκλίδου και αποτελεί άλλη μια από τις κορυφαίες μελωδικές συλλήψεις του συνθέτη. Τα δυο τελευταία, τα οποία στην πρώτη εκτέλεση τα ερμήνευσε ο ίδιος ο συνθέτης, εδώ τα ερμηνεύει με συγκλονιστικό πάθος ο μεγάλος Νίκος Ξυλούρης. Σημειώνω ότι στο συγκεκριμένο υλικό επανήλθε ο συνθέτης με μια πιο ολοκληρωμένη επεξεργασία το 1999 με το δίσκο "Καντάτα Ελευθερίας".
Υπάρχει κι ένα ακόμη ανεξάρτητο τραγούδι με τίτλο "Με πιάσανε Σαρακηνοί" σε στίχους Μάνου Ελευθερίου που ερμηνεύει ο Μανώλης Μητσιάς, ενώ πρέπει να διευκρινίσω ότι στη νεότερη ψηφιακή επανέκδοση του δίσκου έχει προστεθεί κι ένα "κρυφό" 14ο τραγούδι με τίτλο "Θα χάσεις τη ζωή" ("Μεγάλη κι άδεια η πλατεία") σε στίχους Κωστούλας Μητροπούλου με τον Μητσιά επίσης, το οποίο όμως δεν περιέχεται στην παρούσα αναλογική έκδοση.

Χρήστος Λεοντής, F.G. Lorca: Αχ, έρωτα (1974)

Θέλω να σταθώ τώρα σε δυο μεγάλες δισκογραφικές στιγμές του σημαντικού συνθέτη Χρήστου Λεοντή, με τις οποίες έκανε τη δυναμική επιστροφή του στη δισκογραφία αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, τρία χρόνια μετά το "Δώδεκα παρά πέντε", τη μοναδική δουλειά που είχε παρουσιάσει στα χρόνια της χουντικής επταετίας.
Αναφέρομαι στους εμβληματικούς κύκλους τραγουδιών "Αχ, έρωτα" (1974) και "Παραστάσεις" (1975). Μάλιστα μέσα στο 1975 μας έδωσε συγχρόνως και την πιο δημοφιλή δισκογραφική του δουλειά, δηλαδή το "Καπνισμένο τσουκάλι" (σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου), για να περάσει και πάλι στη σιωπή για κάμποσα χρόνια, όπως το συνηθίζει άλλωστε σε όλη τη μουσική του διαδρομή.
Επιτρέψτε μου εδώ να εκφράσω την προσωπική μου άποψη για τη δισκογραφία αυτού του σπουδαίου δημιουργού, μια άποψη που πιθανότατα θα ξενίσει και δε θα βρει σύμφωνους τους περισσότερους που θα διαβάσουν αυτό το κείμενο. Πιστεύω λοιπόν ότι αυτοί δυο δίσκοι ("Αχ, έρωτα", "Παραστάσεις") είναι οι κορυφαίες στιγμές του Λεοντή, έστω κι αν η πρωτόλεια εργασία του ("Καταχνιά", 1965) θεωρείται από πολλούς η σημαντικότερη κατάθεσή του ή το "Καπνισμένο τσουκάλι" από κάποιους άλλους. Εγώ βρίσκω ότι οι πιο εμπνευσμένες μελωδίες του περιέχονται σ' αυτούς τους δυο δίσκους, οι οποίοι κυκλοφόρησαν απανωτά, λες και ήθελε να βγάλει μεμιάς από μέσα του ο συνθέτης ένα μεγάλο βάρος που κουβαλούσε!
Ας σταθούμε σήμερα στον πρώτο από τους δυο αυτούς δίσκους, το πολυαγαπημένο "Αχ, έρωτα", έναν έξοχο κύκλο δώδεκα μελοποιημένων ποιημάτων πάνω σε κείμενα του σημαντικού Ισπανού ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Federico Garcia Lorca (1898-1936) μεταφερμένα στα ελληνικά σε ελεύθερη απόδοση από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Η αλήθεια είναι ότι ο Λόρκα έχει τόσο ισχυρή παρουσία στην ελληνική μουσική πραγματικότητα, ώστε να θεωρείται περίπου Έλληνας ποιητής! Ήταν ο Νίκος Γκάτσος που μας χάρισε παλιότερα την αριστουργηματική μετάφραση του "Ματωμένου Γάμου" κι από εκεί ξεκίνησε η απίστευτη αυτή μελοποιητική εμμονή πολλών συνθετών μας πάνω στο έργο του που μας πρόσφερε πάμπολλα διαχρονικά αριστουργήματα, όπως αυτά του Μάνου Χατζιδάκι, του Μίκη Θεοδωράκη, του Γιάννη Γλέζου, του Σταύρου Ξαρχάκου, του Χρήστου Λεοντή, του Νίκου Μαμαγκάκη, του Νότη Μαυρουδή και πολλών νεότερων, όπως ο Γιάννης Μεταλλινός και ο Δημήτρης Μαραμής. 
Η προσέγγιση του Χρήστου Λεοντή έχει πιο λαϊκό χρώμα τόσο στο μουσικό, όσο και στο ενορχηστρωτικό μέρος. Ο συνθέτης μας δίνει μια σειρά ρωμαλέες μελωδίες συνδυασμένες ιδανικά με κάποιες υπερευαίσθητες λυρικές στιγμές που γοητεύουν βαθιά τον ακροατή με το πρώτο άκουσμα! Πώς μπορεί να αντισταθεί κανείς στην ομορφιά τραγουδιών, όπως το "Μέρα γεμάτη θλίψη" ή το "Νανούρισμα"; Αξιοσημείωτο πάντως είναι ότι πλάι στο κυρίαρχο μπουζούκι έχουν ενσωματωθεί και όργανα με ειδικό ισπανικό χρωματισμό, ώστε να γίνεται αμεσότερα η αναφορά στην ποιητική αφετηρία των τραγουδιών. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το ομότιτλο τραγούδι που είναι και το πιο "ισπανικό" του δίσκου.
Ο Μανώλης Μητσιάς και η Τάνια Τσανακλίδου είναι οι ερμηνευτές αυτού του υπέροχου κύκλου τραγουδιών. Αμφότεροι είναι εξαιρετικοί και προσθέτουν τις άρτιες ερμηνείες τους στα ισχυρά διαπιστευτήρια του δίσκου. Θα σταθώ λίγο παραπάνω στην Τσανακλίδου που με το δίσκο αυτό (και τη "Θητεία" του Μαρκόπουλου) κάνει την παρθενική της είσοδο στο ελληνικό πεντάγραμμο χαρίζοντάς του μια εξαίσια ελεγειακή κι εκφραστικότατη φωνή.

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2019

Δήμος Μούτσης, Βίκυ Μοσχολιού: Στροφές (1973)

Κατά την τριετία 1971-1973 ο Δήμος Μούτσης βρέθηκε στη στέγη της Philips, όπου ηχογράφησε τρεις μεγάλους δίσκους ("Άγιος Φεβρουάριος", Συνοικισμός Α", "Στροφές") και μερικά σκόρπια τραγούδια. Τα περισσότερα τραγούδια του στη νέα του εταιρία τα ερμήνευσε η Βίκυ Μοσχολιού, η οποία συμπτωματικά βρέθηκε επίσης στη Philips την ίδια περίοδο προερχόμενη κι αυτή από την Columbia, όπου είχε άλλωστε μια πολύ γόνιμη συνεργασία με τον συνθέτη ερμηνεύοντας μερικά από τα ωραιότερα λαϊκά τραγούδια του.
Ήδη από τους τρεις αυτούς δίσκους του Μούτση στη Philips σας παρουσίασα τον πρώτο και σημαντικότερο, δηλαδή τον "Άγιο Φεβρουάριο". Δυστυχώς όσο κι αν έψαξα στην παλιά μου δισκοθήκη, δεν μπόρεσα να βρω σε βινύλιο τον επόμενο, τον "Συνοικισμό Α", παρόλο που τον είχα! Άγνωστο τι απέγινε, δυστυχώς! Κι έτσι περνάω σήμερα στον τρίτο δίσκο αυτής της σειράς, τις "Στροφές", που εκδόθηκε από τη Philips υπό την ετικέτα της Olympic το 1973.
Οι "Στροφές" ολοκληρώνουν ένα είδος ανάλαφρων λαϊκών τραγουδιών που υιοθέτησε ο συνθέτης εκείνη την περίοδο ξεκινώντας ήδη από τον "Συνοικισμό Α", τραγουδιών με κυρίαρχο τον χορευτικό ρυθμό και τη χαλαρή ενορχήστρωση, λες και ήθελε να αποφορτιστεί από την ένταση του "Άγιου Φεβρουάριου". Ακόμη και οι στίχοι που διάλεξε σ' αυτές τις δυο δουλειές έμοιαζαν πιο απλοί, σχεδόν απλοϊκοί, σαν τις χαλαρές κουβεντούλες ενός απογευματινού καφέ. Γιαυτό άλλωστε και τα περισσότερα από αυτά τα τραγούδια έχουν την υπογραφή του ευθυμογράφου στιχουργού Γιάννη Λογοθέτη, με τον οποίο λίγο νωρίτερα ο Μούτσης είχε γράψει το υπέροχο "Με το πρώτο λεωφορείο" που τραγούδησε ο Μητσιάς.
Κι όμως! Αυτά τα χαλαρά τραγούδια σε κάνουν να χαμογελάς με μια βαθιά αίσθηση ικανοποίησης και ευχαρίστησης. Ο συνθέτης "παίζει" επιδέξια με τους χορευτικούς ρυθμούς, πολλές φορές σκαρώνει καταπληκτικά ορχηστρικά θέματα που τους δίνει τις πιο απλές ονομασίες, όπως "Χορός" ή "Στροφές", αλλά μ' έναν μαεστρικό τρόπο καταφέρνει να παρεμβάλει και κάποια αλλιώτικα τραγούδια που κουβαλούν ένα ξεχωριστό νοηματικό φορτίο, χωρίς να βαραίνουν το σύνολο. Κι εδώ έχουμε 2-3 τέτοια τραγούδια που υπογράφονται στιχουργικά από τον Μάνο Ελευθερίου και αποτελούν "μεγάλες" στιγμές του συνθέτη. Το κορυφαίο όλων δεν είναι άλλο από το συγκλονιστικό τραγούδι αναφοράς στον Μάρκο Βαμβακάρη με τίτλο "Στους μπαξέδες" και υπότιτλο "Εις μνήμην", όπου η αριστουργηματική εισαγωγή που μοιάζει με ένα είδος σπουδής στο μπουζούκι μας εισάγει σ' ένα αργό, σχεδόν τελετουργικό χασάπικο, σπονδή στη μνήμη του μεγάλου Συριανού συντοπίτη του στιχουργού. Ανάλογης νοηματικής και μουσικής φόρτισης είναι και τα δυο ζεϊμπέκικα "Στην πόρτα του παράδεισου" και "Απ' τα μικρά ψαράδικα", επίσης γραμμένα από τον Μάνο Ελευθερίου. Ο δίσκος ολοκληρώνεται με δυο τραγούδια του Πυθαγόρα ("Εγώ είμ' εγώ", "Αγκαλιά και πλάι πλάι") στη μοναδική - νομίζω - συνάντησή του με τον συνθέτη, τα οποία υπήρξαν και τα μεγαλύτερα σουξέ του δίσκου.
Τι ξέχασα να πω; Α, το κυριότερο: Όλα τα τραγούδια τα ερμηνεύει η Βίκυ Μοσχολιού. Χωρίς δεύτερη κουβέντα, η ερμηνεία της είναι αποστομωτική και συγκλονιστική! Θα μπορούσα να πω ότι βρίσκεται στο απόλυτο αποκορύφωμα της ερμηνευτικής της ακμής, αν δε γνώριζα ότι θα ακολουθούσαν κι άλλες ακόμη μεγαλύτερες ερμηνείες της τα επόμενα 3-4 χρόνια. 
Εν ολίγοις, η ενορχηστρωτική μαεστρία του Δήμου Μούτση, το πηγαίο ταλέντο του να επινοεί συναρπαστικές μελωδίες και ρυθμούς, η στιχουργική απογείωση του Μάνου Ελευθερίου και η συγκλονιστική ερμηνευτική παρουσία της Βίκυς Μοσχολιού δίνουν μια ξεχωριστή ομορφιά σ' αυτόν το δίσκο, πράγμα που εκτιμήθηκε δεόντως και από το μουσικόφιλο κοινό της εποχής ανταμείβοντάς τον με μια ευρεία εμπορική απήχηση.

Τρίτη 27 Αυγούστου 2019

Δήμος Μούτσης: Άγιος Φεβρουάριος (1971)

Ας κλείσουμε αυτόν τον κύκλο παρουσίασης της αναλογικής δισκογραφίας του Δήμου Μούτση (1938-2024) με δυο ακόμη δίσκους του από το σύντομο πέρασμα που είχε από τη δισκογραφική εταιρεία Philips (1971-1973), όπου ηχογράφησε τρεις συνολικά δίσκους 33 στροφών ("Άγιος Φεβρουάριος", "Συνοικισμός Α", "Στροφές"), καθώς και μερικά ανεξάρτητα τραγούδια, κυρίως με τη φωνή της Βίκυς Μοσχολιού που συμπτωματικά κι εκείνη την ίδια εποχή βρέθηκε στην ίδια εταιρεία.
Το 1971 λοιπόν ο Δήμος Μούτσης παρουσίασε τον πρώτο οριακό δίσκο της καριέρας του. Τίτλος του: «Άγιος Φεβρουάριος». Στιχουργός ο Μάνος Ελευθερίου. Ένα κορυφαίο έργο συνολικά της ελληνικής δισκογραφίας, διαχρονικό και αξεπέραστο, σχεδόν 50 χρόνων ήδη, αλλά τόσο σύγχρονο και φρέσκο σαν σημερινό! Ήταν η εποχή που συμπληρώνονταν 50 χρόνια από το συγκλονιστικό γεγονός της Μικρασιατικής Καταστροφής (1922) κι ο δίσκος αυτός αποτέλεσε την πιο σοβαρή πράξη μνήμης (έστω και με έμμεσο και υπαινικτικό τρόπο) που έγινε για τη μεγάλη αυτή εθνική τραγωδία, μαζί ίσως με τη «Μικρά Ασία» του Απόστολου Καλδάρα που επίσης κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά.
Υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία που συνοδεύουν αυτή την έκδοση. Πρώτα πρώτα ο περίεργος τίτλος. Φαίνεται πως η αρχική σκέψη του Ελευθερίου ήταν να δοθεί ένας τίτλος διαφορετικός, κάτι σαν "Τα μαρτύρια του Αγίου Στεφάνου"! Ο Μούτσης όμως επέμενε να υπάρχει στον τίτλο μια λέξη που να άρχιζε με "Φ"! Και κάπου εκεί, τυχαία, γεννήθηκε ο "Φεβρουάριος" που μάλιστα βαφτίστηκε και ...Άγιος! Άρα λοιπόν ο τίτλος δεν έχει κάποια οργανική σχέση με το περιεχόμενο και τις συμβολικές αναφορές των τραγουδιών!
Άλλο στοιχείο: Φαίνεται πως το έργο ηχογραφήθηκε δυο φορές! Στην πρώτη ηχογράφηση τα ανδρικά τραγούδια τα ερμήνευε ο Γιάννης Μπογδάνος και χρησιμοποιήθηκε κανονικό μπουζούκι, όπως στα τραγούδια που ηχογραφούσε μέχρι τότε ο συνθέτης. Όμως ο Μούτσης δεν ικανοποιήθηκε από το αποτέλεσμα, γιατί αναζητούσε εντελώς διαφορετικό ηχόχρωμα και τελικά κατάφερε με τον σπουδαίο μπουζουξή Δημήτρη Μαργιολά να βγάλουν έναν αλλιώτικο ήχο που πιο πολύ παρέπεμπε στο παλιό ηχόχρωμα των νυχτερινών λαϊκών μαγαζιών δίνοντας έτσι μιαν αίσθηση αναδρομής στο παρελθόν που ταίριαζε πολύ στη θεματολογία των τραγουδιών! Συγχρόνως εξασφαλίστηκε την τελευταία στιγμή η συμμετοχή του νεαρού τότε τραγουδιστή Δημήτρη Μητροπάνου που ειδικά για την ηχογράφηση πήρε άδεια από τη στρατιωτική μονάδα, όπου υπηρετούσε τη θητεία του!
Κι άλλο στοιχείο: Αρχικά ο δίσκος δεν είχε καμιά ιδιαίτερη αποδοχή από το κοινό και φαινόταν ως μια μεγάλη εμπορική αποτυχία. Κι όμως, εντελώς τυχαία όλα άλλαξαν μεμιάς! Κι αυτό συνέβη από ένα λάθος του υπερσυντηρητικού χρονογράφου-συγγραφέα Δημήτρη Ψαθά, ο οποίος αναφερόμενος στην υπόθεση Κοεμτζή που συνέβη λίγο αργότερα έγραψε ότι το άγριο φονικό είχε για αφορμή την παραγγελιά του τραγουδιού "Ο Χάρος βγήκε παγανιά", αντί του ορθού "Βεργούλες" (του Βαμβακάρη), και ξαφνικά ο κόσμος άρχισε να ψάχνει το δίσκο που είχε αυτό το σημαδιακό τραγούδι! Κι έτσι ο "Άγιος Φεβρουάριος" έγινε περιζήτητος και μετατράπηκε σε μια τεράστια εμπορική επιτυχία που συνεχίζει μέχρι σήμερα να πουλά!
Ας δούμε όμως και το περιεχόμενο αυτού του σπουδαίου δίσκου: Συνολικά περιλαμβάνει 9 τραγούδια, λαϊκά κατά βάση, αλλά με έντονα στοιχεία και από άλλες μουσικές περιοχές, ακόμη και από το ψυχεδελικό ροκ, όπως στην πολύ ιδιαίτερη οργανική εισαγωγή. Το ομότιτλο τραγούδι κινείται καθαρά στο πεδίο του ροκ, ενώ τα υπόλοιπα τραγούδια έχουν λαϊκό χρώμα. Η τρυφερή μπαλάντα "Το κομοδίνο" έχει γνωρίσει και μια δεύτερη όμορφη εκτέλεση μερικά χρόνια αργότερα από τη Δήμητρα Γαλάνη. 
Πέντε τραγούδια ερμηνεύει ο Δημήτρης Μητροπάνος, μεταξύ αυτών και το πολύ αγαπημένο μου "Η σούστα πήγαινε μπροστά", ένα πανέμορφο ζεϊμπέκικο, από τα ωραιότερα που έγραψε ποτέ ο συνθέτης. Τα υπόλοιπα τέσσερα ερμηνεύει με πολύ αισθαντικό τρόπο η εξαιρετική, αλλά τόσο αδικημένη τραγουδίστρια Πετρή Σαλπέα.
Φυσικά και έχει επανεκδοθεί ψηφιακά και μάλιστα σε πολλαπλές επανεκδόσεις ο μεγάλος αυτός δίσκος. Εδώ όμως θα αρκεστούμε στην αρχική αναλογική έκδοση που ευτυχώς κρατώ ακόμη από εκείνη την εποχή σε άριστη κατάσταση. Χαρείτε για άλλη μια φορά αυτό το λαϊκό αριστούργημα...

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2019

Δήμος Μούτσης: Δρομολόγιο (1979)

Με το δίσκο "Δρομολόγιο" που εκδόθηκε το 1979 από την Columbia ολοκληρώθηκε η δεύτερη περίοδος συνεργασίας του Δήμου Μούτση με την εταιρία που ξεκίνησε το 1974 με τις "Μαρτυρίες", κορυφώθηκε το 1975 με την "Τετραλογία", ενώ ακολούθησε κι ένας δίσκος με τη μουσική για τη θεατρική παράσταση "Απεργία" του Γιώργου Σκούρτη ("Εργατική Συμφωνία", 1976).
Το "Δρομολόγιο" αποτελεί έναν όμορφο κύκλο λαϊκών τραγουδιών με πιο απαιτητική και νεωτερική ενορχήστρωση λίγο πριν εγκαταλείψει οριστικά αυτό το ύφος ο συνθέτης και στραφεί στην εσωστρεφή μπαλάντα της επόμενης δεκαετίας. Οι στίχοι ανήκουν στο σπουδαίο Νίκο Γκάτσο και περιλαμβάνουν ένα καλειδοσκόπιο ιστορικών αναφορών, πολιτικών αιχμών, αλλά και ερωτικών εξομολογήσεων με μια διαρκή διάθεση αναπόλησης και φυγής. Ο συνθέτης αποχαιρετά τον πιστό του συνεργάτη ντύνοντας τους στίχους του με όμορφες μελωδίες ή ρυθμικά μοτίβα προσαρμοσμένα στο περιεχόμενο των στίχων. Εξαιρετικός ερμηνευτής όλων των τραγουδιών ο Μανώλης Μητσιάς που ολοκληρώνει κι αυτός εδώ τη μακρόχρονη συνεργασία του με τον συνθέτη.
Αρκετά τραγούδια του δίσκου ξεχώρισαν και ακούστηκαν πολύ εκείνον τον καιρό. Πάνω απ' όλα τα υπέροχα "Ποιος έχει δάκρυα να μου δώσει" και "Μακρινή της αγάπης ώρα", αλλά δύσκολα μπορεί κανείς να προσπεράσει αδιάφορα κάμποσα ακόμη τραγούδια, όπως: "Όταν γυρίσουν", "Ασημίνα", "Στο Αγιονόρος" και κυρίως το συγκλονιστικό "1922", ένα σύνθετο τραγούδι, όπου συνδυάζεται αρμονικά ο χασάπικος με τον ζεϊμπέκικο ρυθμό προαναγγέλλοντας το δυνατό ζεϊμπέκικο "Δε λες κουβέντα" που μας έδωσε δυο χρόνια αργότερα ο συνθέτης στο "Φράγμα" του.

Κυριακή 25 Αυγούστου 2019

Δήμος Μούτσης: Τετραλογία (1975)

Έχω ήδη παρουσιάσει την "Τετραλογία" στο Δισκοβόλο, οπότε εδώ δανείζομαι το κείμενο από εκείνη την παλιότερη ανάρτηση:

Ο Δήμος Μούτσης είναι ένας συνθέτης που ποτέ δεν επαναπαύτηκε στα κεκτημένα (τόσο σημαντικά άλλωστε) και πάντα αναζητούσε το καινούργιο στη μουσική του έκφραση. Έχοντας εδραιώσει μία ιδιαίτερα υπολογίσιμη παρουσία στα χρόνια του '60 με τα πανέμορφα λαϊκά τραγούδια του μπήκε στη δεκαετία του '70 με την πρώτη του "ανταρσία" που εκφράστηκε μέσα από τον πρωτοποριακό τότε δίσκο "Άγιος Φεβρουάριος" (1971). Λίγο μετά τη μεταπολίτευση και αγνοώντας επιδεικτικά το κυρίαρχο μουσικό κλίμα του καιρού επιχείρησε μια δεύτερη "επανάσταση" ηχογραφώντας το 1975 το δίσκο "Τετραλογία". Αργότερα, στις αρχές του '80, προχώρησε ακόμη περισσότερο με το "Φράγμα" (1981), ενώ στα μέσα της δεκαετίας του '90 αποφάσισε να γυρίσει οριστικά την πλάτη του σε όλο το δισκογραφικό κατεστημένο προτιμώντας τη σιωπή από μια παρουσία συμβατική και συμβιβασμένη. Και, παρόλο που προσωπικά πολύ θα ήθελα να παρέμενε ενεργός, επικροτώ με πολλά θαυμαστικά την ακεραιότητα της στάσης του.
Πάμε λοιπόν στην "Τετραλογία". Ένα κορυφαίο έργο της ελληνικής δισκογραφίας, που τάραξε να νερά όταν κυκλοφόρησε υποδεικνύοντας ταυτόχρονα έναν πολύ πειστικό τρόπο για τη μουσική προσέγγιση του ποιητικού λόγου, ιδιαίτερα μάλιστα του ελεύθερου στίχου της νεωτερικής μας ποίησης. Ο τίτλος προέκυψε από την παρουσία τεσσάρων μεγάλων ποιητών μας στο μελοποιημένο υλικό του δίσκου: Του Κωνσταντίνου Καβάφη (1863-1933), του Κώστα Καρυωτάκη (1896-1928), του Γιώργου Σεφέρη (1900-1971) και του Γιάννη Ρίτσου (1909-1990). Ο Καβάφης και ο Σεφέρης συμμετέχουν με τρία ποιήματα ο καθένας, ο Καρυωτάκης με δύο και ο Ρίτσος με ένα. Στο σύνολο εννιά μελοποιημένα ποιήματα και μια σύντομη οργανική εισαγωγή. 
Δεν είναι εύκολα τα τραγούδια αυτού του δίσκου. Με την εξαίρεση τεσσάρων απ' αυτά ("Κι αν ο αγέρας φυσά", "Πες της το μ' ένα γιουκαλίλι", "Θάλασσα του πρωιού", "Θρήνος για τον Άδωνη"), τα οποία είναι "κανονικά" (και πανέμορφα) τραγούδια, τα υπόλοιπα έχουν χαρακτήρα εντελώς αντισυμβατικό, με περίπλοκη μελωδική ανάπτυξη και αντίστοιχα περίτεχνη αλλά απολύτως λειτουργική και ατμοσφαιρική ενορχήστρωση. Ο Μούτσης δε δίστασε να διακινδυνεύσει τη χρήση ηλεκτρονικών μουσικών μέσων, για να αποδώσει τα καινούργια ηχοχρώματα που είχε συλλάβει. Ιδού πώς περιγράφει ο ίδιος τη διαδικασία ηχογράφησης του δίσκου:
  • Από πλευράς παραγωγής, τα πράγματα είναι εξαιρετικά άνετα. Πολύ ακριβή παραγωγή. Φαίνεται, άλλωστε, και στην πρώτη έκδοση του δίσκου με μια αφίσα μέσα, με ανάγλυφο εξώφυλλο. Αλλά πριν φτάσουμε εκεί, εμφανίζεται το πιο σημαντικό, ίσως, δίλημμα, που αφορά την τελική μορφή του έργου... Καλές οι μελωδίες, αλλά τι να κάνω τώρα; Να βάλω πάλι δυο μπουζούκια, μια κιθάρα και το ποίημα από πάνω και να κάνω ένα δίσκο όπως ήτανε οι παλιοί; Πάνω σ' αυτό, τράβηξα μεγάλο λούκι... Με παίδεψε ένα με ενάμισι χρόνο, ως ότου αποφασίσω τι θα κάνω τελικά. Σ' αυτή τη φάση, βρεθήκαμε με τον Γιάννη Κιουρτσόγλου, ο οποίος, μαζί με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, είχανε πάρει ένα από τα πρώτα συνθεσάιζερ που είχαν έρθει στην Ελλάδα και δεν είχαν προκάτ ήχους, ένα «Μούγκ»... Και είπα; «θα το κάνω έτσι».» Έκανα μια μυστήρια ενορχήστρωση με έγχορδα, με πνευστά, με ήχους καθαρά ηλεκτρονικούς και όχι μιμητικούς κάποιων οργάνων... Ουσιαστικά, μετά τον ΑΓΙΟ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ, πίστευα πως, ό,τι είχε να δώσει το λαϊκό τραγούδι, το είχε δώσει. Ό,τι και να έκανα μετά, θα ήταν επανάληψη. Δοκίμασα λοιπόν μπας και η λύση ήταν η μεγάλη ορχήστρα και μέσα σ' αυτήν έβαλα και τα ηλεκτρονικά. Σκόπιμα. Μήπως είναι αυτό που θα μας βγάλει από την επανάληψη... Μήπως και δεν είναι το ύφος των τραγουδιών, αλλά ο τρόπος που θα τα ντύσουμε. Κι έτσι έκανα αυτό το ...απονενοημένο -ηχητικά- διάβημα. Αλλιώς, πολλά από τα τραγούδια που υπάρχουν εκεί, θα μπορούσαν να λεχθούν και με μια κιθάρα...

Παρά τις αμφιβολίες του συνθέτη, το αποτέλεσμα τον δικαίωσε πανηγυρικά. Η "Τετραλογία" είναι ένα έργο με την πλήρη σημασία του όρου, συμπαγές και ολοκληρωμένο, και μία πρωτοποριακή μουσική πρόταση, τόσο που φαίνεται ότι υπερέβαινε κατά πολύ τα δεδομένα της εποχής, με αποτέλεσμα να μην έχει κάποια σοβαρή συνέχεια ούτε από τον ίδιο τον συνθέτη, ούτε από τους ομολόγους του στο μουσικό περιβάλλον.
Άξιοι ερμηνευτές του δίσκου στάθηκαν ο Μανώλης Μητσιάς, ο Χρήστος Λεττονός και η μόλις 18χρονη Άλκηστις Πρωτοψάλτη σε πρώτη δισκογραφική εμφάνιση.