Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

Πέτρος Γαϊτάνος: Γυάλινος δρομέας (1992)

Στη χθεσινή παρουσίαση του άλμπουμ Πες μου παραμύθια (1993) σταθήκαμε στη φαινομενικά αταίριαστη σύμπραξη του Γιάννη Σπανού με τον νεότερο τραγουδοποιό Παντελή Θαλασσινό. Ωστόσο η συνάντηση αυτή είχε και προηγούμενο, αφού ένα χρόνο νωρίτερα τους βρίσκουμε και πάλι μαζί ανάμεσα σε μια πλειάδα άλλων δημιουργών που συμμετέχουν στο δίσκο Γυάλινος δρομέας (Polydor, 1992), δεύτερο προσωπικό του Πέτρου Γαϊτάνου.
Ο καλός ερμηνευτής Πέτρος Γαϊτάνος, ταυτισμένος σχεδόν ολοκληρωτικά με την εκκλησιαστική δισκογραφία, είχε κάνει την πρώτη εμφάνισή του το 1990 με το άλμπουμ Το δίλημμα του Σταμάτη Σπανουδάκη, ενώ ο Γυάλινος δρομέας υπήρξε η αμέσως επόμενη προσωπική του δουλειά, για να ακολουθήσει μερικά χρόνια αργότερα η μεγάλη του στιγμή, όταν η συνεργασία του με τον Μίκη Θεοδωράκη θα αποφέρει την Πολιτεία Δ' (1996). 
Tο άλμπουμ Γυάλινος δρομέας περιλαμβάνει ένδεκα καλογραμμένα τραγούδια, από τα οποία τα δύο έχουν μουσική του Γιάννη Σπανού, τρία του Παντελή Θαλασσινού, δύο του Αντώνη Μιτζέλου, δύο του Γιώργου Θεοφάνους κι από ένα της Αρλέτας και του ίδιου του Πέτρου Γαϊτάνου. Οι στίχοι ανήκουν στους Μάνο ελευθερίου, Ηλία Κατσούλη, Κυριάκο Ντούμο, Λίνα Νικολακοπούλου, Αργύρη Χατζηνάκη, Ηρώ Τριγώνη και Κώστα Ασμανίδη. Την ενορχήστρωση έκανε ο Γιάννης Ιωάννου, ο οποίος διηύθυνε και την ορχήστρα, με εξαίρεση τα δυο τραγούδια του Θεοφάνους που τα ενορχήστρωσε ο ίδιος. Μπουζούκι παίζει ο Δημήτρης Μαργιολάς, κιθάρα ο Κώστας Νικολόπουλος, πιάνο ο Γιάννης Ιωαάννου και ο Γιώργος Θεοφάνους και μπάσο ο Γιώργος Γριτζόπουλος. Στα φωνητικά συμμετέχουν οι Κατερίνα Αδαμαντίδου, Ράνια Διζικιρίκη, Γιάννης και Βαγγέλης Βαφήνης.
Αν πρέπει να ξεχωρίσουμε κάποια από τα τραγούδια του άλμπουμ, προσωπικά θα διάλεγα κυρίως τρία: «Και με παίρνουν τα κλάματα» (του Γιάννη Σπανού), «Με σημάδεψες» (της Αρλέτας) και «Το κάστρο το παλιό» (του Παντελή Θαλασσινού). Το τραγούδι μάλιστα της Αρλέτας σε δεύτερη (και ωραιότερη) εκτέλεση το ερμήνευσε και η ίδια στο κύκνειο δισκογραφικό της άλμπουμ Και πάλι χαίρετε (2009).

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2025

Νικόλας Μητσοβολέας: Πες μου παραμύθια (1993)

Και μιας και σταθήκαμε χθες στην τελευταία εν ζωή προσωπική δουλειά του ερμηνευτή Νικόλα Μητσοβολέα (Γούρι, 1996), αξίζει τον κόπο να πάμε λίγο πιο πίσω και να δούμε την αμέσως προηγούμενη δουλειά του με τίτλο Πες μου παραμύθια που κυκλοφόρησε το 1993 από τη Lyra. Πρόκειται για έναν ενδιαφέροντα κύκλο δώδεκα λαϊκών τραγουδιών γραμμένων εξ ημισείας (έξι τραγούδια ο καθένας) από τους συνθέτες Γιάννη Σπανό και Παντελή Θαλασσινό
Ο Γιάννης Σπανός βέβαια δε χρειάζεται συστάσεις, καθώς ήταν ήδη καταξιωμένος εκείνη την εποχή ως μια εμβληματική μουσική προσωπικότητα που αποτελούσε τιμή για κάθε ερμηνευτή να βρεθεί μαζί του και να προσθέσει στο προσωπικό του ρεπερτόριο δικά του τραγούδια. Ο συνθέτης βρισκόταν ακόμη σε πλήρη δημιουργική ακμή, καθώς την ίδια χρονιά είχε γράψει κι έναν ολόκληρο δίσκο για τον Δημήτρη Μητροπάνο. Από την άλλη μεριά, ο Παντελής Θαλασσινός βρισκόταν ακόμη στο πρώτο του ξεκίνημα μετά την αυτονόμησή του από το συγκρότημα Λαθρεπιβάτες, έχοντας μόλις παρουσιάσει μερικά δικά του τραγούδια για λογαριασμό του Πέτρου Γαϊτάνου στο δίσκο του Γυάλινος δρομέας (1992), λίγο πριν ξεκινήσει να εκδίδει ολοκληρωμένες προσωπικές δουλειές κάνοντας την αρχή με το άλμπουμ Νύχτας κύματα (1995).
Παρά τη διαφορά μουσικού ύφους μεταξύ των δύο δημιουργών το υλικό παρουσιάζει μια ομοιογένεια χάρις την ενορχηστρωτική φροντίδα του Γιάννη Ιωάννου, αλλά και την παρουσία κοινών στιχουργών που γεφυρώνουν αρμονικά τις δυο πλευρές, όπως ο Ηλίας Κατσούλης με τρία τραγούδια για κάθε συνθέτη, αλλά και ο Μάνος Ελευθερίου. Από ένα τραγούδι έγραψαν επίσης οι στιχουργοί Τάκης Καρνάτσος και Σπύρος Λημνιάτης, ενώ ένα τραγούδι έχει στίχους του ίδιου του Θαλασσινού, ο οποίος μάλιστα το ερμηνεύει από κοινού με τον Μητσοβολέα.
Στην ορχήστρα συμμετέχουν μεταξύ άλλων και οι μουσικοί: Γιάννης Ιωάννου (πιάνο, ακορντεόν, συνθεσάιζερ), Δημήτρης Μαριολάς (μπουζούκι, μπαγλαμάς, τζουράς, μαντολίνο) και Αντώνης Μιτζέλος (κιθάρα). Στις δεύτερες φωνές είναι η Αθηνά Χονδράκη και η Λίλη Ριτσώνη.

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

Στέφανος Κόκκαλης, Νικόλας Μητσοβολέας: Γούρι (1996)

Συμπληρώνεται σήμερα ένας χρόνος από την πρόωρη αποδημία του εκλεκτού στιχουργού και ποιητή Ισαάκ Σούση (1962-2024), ενός πολύ ιδιαίτερου δημιουργού που μας έχει δώσει στα λίγα χρόνια της ενεργού δράσης του (από τα μέσα της δεκαετίας του '90 και δώθε) πάμπολλα όμορφα τραγούδια που πέρασαν στα χείλη του κόσμου και τραγουδήθηκαν πολύ, έστω κι αν ελάχιστοι γνώριζαν το δημιουργό τους. Ευρηματικός στίχος με έντονο κοινωνικό προσανατολισμό και επίμονη λογοπαικτική και ανατρεπτική διάθεση μέσα από ένα λόγο με υποδόριο πολιτικό φορτίο. 
Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας ήταν ο συνθέτης που συνδέθηκε στενότερα μαζί του με μια σειρά σπουδαίων τραγουδιών, όπως: «Ο Νότος», «Ένας Τούρκος στο Παρίσι», «Ο παλιός στρατιώτης», «Εφάπαξ», «Έτσι κι αλλιώς», «Έλα ψυχούλα μου», «Στην αγάπη είμαι Κνίτης», «Κουνουπάκι», «Λέω να την κάνω σιγά σιγά», «Πυθία», «Ήρωες με καρμπόν» και πολλά άλλα. Συνεργάστηκε επίσης με αρκετούς ακόμη εκλεκτούς δημιουργούς, όπως ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Μίνως Μάτσας, ο Λάκης Παπαδόπουλος, ο Γιώργος Καζαντζής, ο Σωκράτης Μάλαμας και ο Γιάννης Ζουγανέλης, με τον οποίο μας έδωσε το κύκνειο άσμα του το 2023 με το άλμπουμ Μαύρος μαρκαδόρος.
Από τους πρώτους πρώτους ερμηνευτές των τραγουδιών του Ισαάκ Σούση ήταν ο επίσης πρόωρα χαμένος τραγουδιστής Νικόλας Μητσοβολέας (1947-1998) με τον κύκλο τραγουδιών Γούρι που κυκλοφόρησε το 1996 κι έμελλε να είναι κι η τελευταία δουλειά του αξιόλογου αυτού μανιάτη ερμηνευτή που μας είχε συστήσει το 1980 ο Μιχάλης Τερζής με τα Μανιάτικα. Το άλμπουμ Γούρι περιλαμβάνει δώδεκα λαϊκά τραγούδια σε μουσική του τότε πρωτοεμφανιζόμενου συνθέτη και λογοτέχνη Στέφανου Κόκκαλη (γενν. 1967). Ο Ισαάκ Σούσης υπογράφει τέσσερα από τα τραγούδια του δίσκου, ενώ τα υπόλοιπα είναι γραμμένα από τους στιχουργούς Ηλία Κατσούλη, ο Σπύρο Λημνιάτη, ο Βαγγέλη Βελώνια και η Εριάννα Βόρλα. Την ενορχήστρωση και διεύθυνση της ορχήστρας είχε ο Μιχάλης Νικολούδης, ο οποίος συμμετέχει και ως μουσικός παίζοντας πλήκτρα, κιθάρες και μαντολίνο, ενώ ο Μανώλης Καραντίνης παίζει μπουζούκι, μπαγλαμά, τζουρά και ούτι, ο Φαίδων Λιονουδάκης ακορντεόν και ο Πέτρος Ταμπούρης κανονάκι.

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2025

Με αφορμή τη «Μυγδαλιά» του Δημήτρη Σιμιτσή

Ολοκληρώνουμε σήμερα αυτό το άτυπο λεσβιακό τρίπτυχο που ξεκίνησε προχθές με το καινούργιο βιβλίο του ντόπιου συγγραφέα Παναγιώτη Ν. Βέη, συνεχίστηκε χθες με το μικρό αφιέρωμα στη συμπλήρωση 114 χρόνων από τη γέννηση του Οδυσσέα Ελύτη, για να κλείσει ο κύκλος αυτός με έναν άλλο Λέσβιο ποιητή που μπορεί να μην έχει την αίγλη και την παγκόσμια καταξίωση του νομπελίστα ομολόγου του, αλλά αποτελεί χωρίς αμφιβολία μια πολύ ενδιαφέρουσα και πηγαία ποιητική φωνή που χαίρει της εκτίμησης τουλάχιστον της τοπικής κοινωνίας.
Ο λόγος για τον ερασιτέχνη ποιητή Δημήτρη Σιμιτσή, γεννημένο στη Μυτιλήνη το 1934, έναν αυτοδημιούργητο εραστή του λόγου, άνθρωπο του καθημερινού μόχθου με την καθάρια ματιά απέναντι στη ζωή και τους ανθρώπους που στάθηκαν η πηγή της έμπνευσής του. Το λέει κι ο ίδιος με το δικό του τρόπο σε ένα από τα ποιήματα της συλλογής «Εικοστός πρώτος αιώνας» (Μυτιλήνη, 2002): «Έχω την πίστη μέσα μου κρυφήν ελπίδα στο Θεό / σεμνά τραγούδια έγραψα και τους φτωχούς υμνούσα / κι ας ήτανε κι η αφορμή μες στο σκοτάδι να βρεθώ / πάντα μου είχα δύναμη και τα κακά σκορπούσα». Με την αυθόρμητη έμπνευση του άδολου μαχητή της ζωής και την πηγαία του γραφή μάς έχει δώσει ως τώρα έξι ποιητικές συλλογές («Μόχθος και ιδρώτας Α», «Μόχθος και ιδρώτας Β», «Δεύτερη όψη», «Δέκα εντολές», «Εικοστός αιώνας», «Εικοστός πρώτος αιώνας») και δυο πεζογραφήματα («Δεύτερη όψη του τρελού», «Πετούλιας») από το 1977 που έκανε την πρώτη επίσημη εμφάνισή του στα γράμματα.
Την ειδικότερη αφορμή για τη δεύτερη αυτή αναφορά μας στον λαϊκό Λέσβιο ποιητή την έδωσε ένα χαρακτηριστικό ποίημά του με τίτλο «Η μυγδαλιά». Το ποίημα αυτό μελοποίησε ο επίσης Λέσβιος λόγιος συνθέτης Παράσχος Μανιάτης και το παρουσίασε, μαζί με το ποίημα «Ο τσολιάς» (δηλαδή ο Θεόφιλος), στη μεγάλη συναυλία που έδωσε στις 8 Νοεμβρίου 2012 στο Δημοτικό Θέατρο της Μυτιλήνης στο πλαίσιο του εορτασμού για τη συμπλήρωση ενός αιώνα ελεύθερης Λέσβου από τον τουρκικό ζυγό. Το τραγούδι ερμήνευσε η σοπράνο της Λυρικής Σκηνής Ελισάβετ Αθανασοπούλου, ενώ την ορχήστρα διηύθυνε ο συνθέτης. 
Ο πηγαίος και ανεπιτήδευτος λόγος του Δημήτρη Σιμιτσή μορφοποιημένος σε έμμετρο ομοιοκατάληκτο στίχο, καταφέρνει να αποδώσει εύστοχα το θέμα του μέσα από έναν μυστικό «μονόλογο» με την ανθισμένη μυγδαλιά της αυλής του που γίνεται η αφορμή για στοχαστικούς διαλογισμούς με συμβολικές βιωματικές αυτοαναφορές. Το ποίημα κωδικοποιεί σε μεγάλο βαθμό όλον τον ποιητικό κόσμο του Σιμιτσή, τον οποίο ο παλιός και έγκριτος κριτικός της λογοτεχνίας μας Γιώργος Βαλέτας (1907-1989), επίσης Λέσβιος, δε δίστασε να τον αποκαλέσει λαϊκό βάρδο επαινώντας την «προχωρημένη στιχουργική μαστοριά» του ποιητή με τη βαθιά ανθρώπινη ευαισθησία που αναβλύζει απευθείας από τις πιο καθάριες τρεχούμενες πηγές, ενώ ο Λέσβιος συγγραφέας Κώστας Μίσσιος έκανε λόγο για «έναν ολιγογράμματο εργάτη με πλούσιο συναισθηματικό κόσμο, ταξική συνείδηση και ποιητικό ταλέντο». 
Ιδού το ποίημα στην πλήρη του μορφή, καθώς και το βίντεο με το απόσπασμα της συναυλίας, όπου ακούγεται ζωντανά στη μελοποιημένη του μορφή:

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025

Ο Οδυσσέας Ελύτης διαβάζει το «Άξιον Εστί» (1965)

Από τον Οδυσσέα του Λέσβιου συγγραφέα Παναγιώτη Βέη περνάμε σήμερα στον μεγάλο Οδυσσέα της αιολικής γης, τον κορυφαίο νομπελίστα ποιητή μας Οδυσσέα Ελύτη (1911-1996), ο οποίος ήρθε στη ζωή σαν σήμερα, πριν από 114 χρόνια, στο Ηράκλειο της Κρήτης από Λέσβιους γονείς, για να αναδειχθεί σε μια από τις πιο εμβληματικές πνευματικές μορφές της νεότερης Ελλάδας, μέλος της περίφημης Γενιάς του '30 με έργο βαρυσήμαντο και πολυδιαβασμένο. Μάλιστα ο Οδυσσέας Ελύτης ανήκει στους δημοφιλέστερους ποιητές μεταξύ των Ελλήνων συνθετών, αφού το έργο του γνώρισε και συνεχίζει να γνωρίζει αλλεπάλληλες μελοποιήσεις που το έκαναν ευκολότερα κτήμα και του απλού κόσμου, με κορωνίδα φυσικά την αριστουργηματική μελοποίηση του «Άξιον Εστί» από τον Μίκη Θεοδωράκη το 1964, έργο που έχει γνωρίσει και πάμπολλες νεότερες επανεκτελέσεις από κορυφαίους Έλληνες ερμηνευτές.
Στο πλαίσιο της σημαντικής δισκογραφικής σειράς Ελληνικά Ποιήματα που εγκαινίασε το 1964 η νεοσύστατη τότε δισκογραφική εταιρεία Lyra του Αλέκου Πατσιφά κάτω από την ειδική ετικέτα Διόνυσος, εκδόθηκε το 1965 ο δεύτερος δίσκος με απαγγελίες ποιημάτων του Οδυσσέα Ελύτη με τη φωνή του ίδιου του ποιητή. Ο δίσκος έχει τίτλο: Ο Ελύτης διαβάζει Ελύτη, αρ. 2 «Το Άξιον Εστί». Ο ποιητής διαβάζει μέρη του έργου και συγκεκριμένα το πρώτο («Η γένεσις») και το τρίτο μέρος («Δοξαστικόν» ή «Άξιον Εστί») παραλείποντας το κύριο σώμα του έργου («Τα πάθη»). Η ανάγνωσή του είναι μάλλον επίπεδη και αυστηρή χωρίς τους αναγκαίους φωνητικούς κυματισμούς που θα ανταποκρίνονταν στις κυμαινόμενες εντάσεις του κειμένου. Είναι μια ανάγνωση της «παλιάς σχολής», η οποία με τα χρόνια παραχώρησε τη θέση της σε πιο εκφραστικές αποδόσεις τέτοιων δυνατών κειμένων, αν και ήδη πριν από τον ποιητή είχε δώσει το μέτρο της ορθής ανάγνωσης ένας Μάνος Κατράκης και μάλιστα με το ίδιο έργο!
Θυμίζω ότι ο πρώτος δίσκος με αναγνώσεις του Οδυσσέα Ελύτη είχε κυκλοφορήσει την προηγούμενη χρονιά και περιλάμβανε τα έργα: «Επτά νυχτερινά επτάστιχα» και «Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό». Μάλιστα την ανάγνωση συνόδευε μουσική υπόκρουση του συνθέτη Αργύρη Κουνάδη, ενώ στον παρόντα δίσκο ο ποιητής διαβάζει χωρίς μουσική συνοδεία.

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2025

Παναγιώτης Ν. Βέης: Χωρίς πυξίδα (2025)

Με πολλή χαρά επανέρχομαι στον ερασιτέχνη Λέσβιο λογοτέχνη Παναγιώτη Ν. Βέη, ο οποίος γεννήθηκε στο χωριό Μανταμάδος το 1946, πέρασε τα νεανικά του χρόνια ταξιδευτής στα πελάγη και τελικά εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αυστραλία, όπου ζει έκτοτε με την οικογένειά του φροντίζοντας τακτικά (ανά διετία) να επισκέπτεται τη γενέθλια αιολική γη. 
Κλείνοντας τον εργασιακό κύκλο του βίου του ο Παναγιώτης Βέης αποφάσισε να καταγράψει τα έντονα βιώματα που κουβαλά από την ανήσυχη ζωή του και το αποτέλεσμα είναι μια θαυμάσια λογοτεχνική ανθοφορία που έχει αποφέρει ήδη κατά το διάστημα 2012-2023 πέντε συναρπαστικά μυθιστορήματα (Ως τα τριανταέξι μου, Από τα 36 έως τα 66, Αυτοί που φύγαν κι αυτοί που μείναν, Το φράγμα, Οι αγνοούμενοι).
Και ιδού φέτος που επανακάμπτει με ένα καινούργιο μυθιστόρημα, έκτο στη σειρά, απλωμένο σε 100 περίπου σελίδες, γραμμένο και πάλι πάνω στην ίδια βασική ιδέα, δηλαδή τις περιπέτειες ενός κεντρικού ήρωα που μοιάζει να αποτυπώνει τα προσωπικά του χαρακτηριστικά εμπλουτισμένα ωστόσο με έντονα μυθοπλαστικά στοιχεία. Τίτλος του έργου: Χωρίς πυξίδα. Εκδόθηκε πρόσφατα στη Μυτιλήνη και, όπως το συνηθίζει ο συγγραφέας, διανέμεται δωρεάν σε όποιον ενδιαφέρεται!
Το βιβλίο ξεκινάει με τη χαρακτηριστική προμετωπίδα: «Η ζωή συνήθως επιστρέφει ό,τι της έδωσες. Θερίζεις ό,τι σπέρνεις». Κι αυτή είναι η κεντρική ιδέα που διατρέχει το μυθιστόρημα, το οποίο αφηγείται τις περιπέτειες του Οδυσσέα (διόλου τυχαία η επιλογή του ονόματος), ενός άνδρα με ασταθή κι ευάλωτο χαρακτήρα και συγκεχυμένη ιδεολογική ταυτότητα που περνάει μέσα από ποικίλες μεταλλάξεις αρχών και αξιών φτάνοντας ως το έσχατο όριο ηθικής παρακμής στην Αμερική, όπου θα εμπλακεί σε οργανωμένο κύκλωμα διαφθοράς, αλλά και στα δίχτυα ενός ολέθριου έρωτα. Έτσι το βιβλίο με το δικό του τρόπο επαναλαμβάνει το σταθερό μοτίβο της περιπλάνησης που λανθάνει σχεδόν σε όλα τα έργα του συγγραφέα, κάτι σαν μια διαρκή «οδύσσεια» χωρίς όμως τον απαραίτητο «νόστον» στην άκρη του ατέρμονος ταξιδιού, αφού οι σταθερές συντεταγμένες του πάθους και της καταστροφής συνθέτουν έναν άδηλο προορισμό μέσα από το διαρκή φαύλο κύκλο της αδιέξοδης περιδίνησης. 
Το βιβλίο έχει και μια δεύτερη, ιδαίτερα ενδιαφέρουσα ενότητα που καταγράφει συμβάντα, μνήμες και στοχασμούς του συγγραφέα ως απόσταγμα σοφίας από τις πλούσιες εμπειρίες του βίου του. Το λέει κι ο ίδιος χαρακτηριστικά: «Σε κάθε μου βιβλίο αφιερώνω ένα δεύτερο μέρος, όπου προσπαθώ να εκφράσω την πικρία και την αγανάκτησή μου. Δεν ισχυρίζομαι πως δίνω τις απόλυτες απαντήσεις, μονάχα προτάσεις, απόψεις, προβληματισμούς. Γνωρίζω πως τα γεγονότα είναι πολύπλοκα, οι αλήθειες πολλαπλές. Δεν γράφω ως ιστορικός ούτε ως κοινωνιολόγος. Γράφω ως άνθρωπος που κουβαλά βιώματα, αισθήματα, στοχασμούς, ως ένας που διάβασε, ταξίδεψε, έζησε...».
Την επιμέλεια της έκδοσης και των κειμένων έκανε ο Λέσβιος φιλόλογος Δημήτρης Πατίλας, ο οποίος μάλιστα στο προλογικό του σημείωμα επιχειρεί μιαν άκρως διαφωτιστική ενδοσκόπηση της προσωπικότητας και της λογοτεχνικής ταυτότητας του Παναγιώτη Βέη.

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025

Γιάννης Σπανός: Πλησιάζοντας τον Καβάφη (2013)

Το 2013 κυκλοφόρησε η τελευταία πρωτότυπη δισκογραφική εργασία του Γιάννη Σπανού που συγχρόνως αποτελεί και την τελευταί συνεργασία του με τον σημαντικό ερμηνευτή Μανώλη Μητσιά. Πρόκειται για μια δισκογραφική έκπληξη, αφού έχουμε να κάνουμε με μια ολοκληρωμένη μελοποιητική εργασία πάνω στην ποίηση του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη (1867-1933) με τίτλο: Πλησιάζοντας τον Καβάφη
Έχει μακριά προϊστορία αυτή η δουλειά. Πάει πίσω ίσως και δυο δεκαετίες! Θυμάμαι που πολύ παλιά η Γιάννης Σπανός είχε προαναγγείλει ότι ετοίμαζε μια Τέταρτη Ανθολογία, αλλά με υλικό αποκλειστικά βασισμένο στο έργο του Καβάφη. Ο καιρός περνούσε, αλλά η δουλειά αυτή δεν εμφανιζόταν. Κατά καιρούς ο συνθέτης ανανέωνε τις προσδοκίες μας επιβεβαιώνοντας ότι η μελοποίηση συνεχιζόταν, χωρίς να έχει πάρει κάποια τελική μορφή. Και νά που επιτέλους ο δίσκος, χωρίς καμία προειδοποίηση, έκανε ξαφνικά την εμφάνισή του! 
Είχα ακούσει τότε το δίσκο απανωτά 3-4 φορές και η πρώτη μου αντίδραση ήταν ότι είχαμε έναν Σπανό 100%. Όχι όμως τον Σπανό των ποιητικών "Ανθολογιών", αλλά τον άλλο Σπανό, τον πιο γνωστό, πάντα μελωδικό βέβαια με τα υπέροχα περάσματα του πιάνου του. Το ύφος ανήκει στο είδος που θα το λέγαμε της έντεχνης λαϊκής μπαλάντας. Και είναι φανερό ότι ο συνθέτης δεν διακατέχεται από κανένα άγχος πρωτοτυπίας! Αυτό που ξέρει να κάνει καλά, αυτό μας δίνει και πάλι με τον πιο φροντισμένο τρόπο. Δεν αποτελεούσε προτεραιότητά του να εκφράσει το κλίμα της καβαφικής ποίησης, αν και η χρήση του μαντολίνου προσπαθεί να αποδώσει μιαν ατμόσφαιρα εποχής. Του ήταν αρκετό να μαστορέψει ωραίες μελωδίες που θα μπορούσαν να επενδύσουν εξίσου ταιριαστά κι ευχάριστα οποιουσδήποτε άλλους στίχους. Έτσι λοιπόν αυτή η δουλειά ξεχωρίζει εντελώς από τις προσεγγίσεις άλλων μουσικών στο δύσκολο ποιητικό λόγο του Αλεξανδρινού ποιητή, είτε θυμηθούμε την πρωτοπόρα αλλά βιαστική προσπάθεια του Γιάννη Γλέζου, είτε τη σπουδαία μελοποίηση του Θάνου Μικρούτσικου, είτε ακόμα τις νεότερες του Χρήστου Παρμενίδη, του Γιάννη Πετρίτση, του Δημήτρη Παπαδημητρίου και του Νίκου Μαμαγκάκη. 
Η αλήθεια είναι ότι ο Σπανός απέφυγε τα πιο αβανταδόρικα και πασίγνωστα ποιήματα και, με εξαίρεση 3-4 γνωστά, γενικά διάλεξε "δεύτερα" ποιήματα με κύριο γνώρισμα τον λυρισμό και την εσωστρέφεια της ερωτικής θεματολογίας τους, πράγμα που εμφανώς ταιριάζει καλύτερα στο μουσικό του ύφος. Ο δίσκος ακούγεται ευχάριστα και η προσεγμένη ενορχήστρωση του Γιώργου Παγιάτη συμβάλλει στο εύηχο αποτέλεσμα. Το σχέδιο του εξωφύλλου ανήκει στον Αλεξανδρινό χαράκτη Γιάννη Καφαλληνό (1894-1957).
Όλα τα τραγούδια ερμηνεύονται από την άφθαρτη φωνή του Μανώλη Μητσιά. Ο τραγουδιστής κινείται σε γνώριμα μουσικά μονοπάτια κι έτσι αντεπεξέρχεται με άνεση κι απόλυτα ελεγχόμενη ερμηνευτική επάρκεια. Κι όμως! Εδώ εντοπίζεται η βασική μου ένσταση. Θα προτιμούσα μια πιο καινούργια φωνή, λιγότερο γνωστή, μάλλον γυναικεία, για να μην είναι τόσο έντονη η αίσθηση της επιστροφής στο παρελθόν. Μπορεί και να κάνω λάθος. Πάντως ο Κώστας Γεωργουσόπουλος με το ένθετο σημείωμά του και πάντα μ' εκείνο τον στοχαστικό, αλλά ενίοτε υπερβολικό του λόγο, φροντίζει με συνοπτικές διαδικασίες να με διαψεύσει! Παραθέτω αυτούσιο το κείμενό του:
«Επί τέλους, να, που ο Καβάφης τραγουδιέται και δεν είναι ένα μουσικό συγκεχυμένο ακροβατικό γύμνασμα, μια διανοητική άσκηση ύφους και ένα μουσικό σόφισμα. Ο Γιάννης Σπανός γεννημένος μελωδός ανακάλυψε στα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη την καταγωγική τους λυρική ρίζα: τη Σαπφώ, τον Ανακρέοντα, την «Παιδική μούσα» των τολμηρών Αλεξανδρινών επιγραμμάτων της Ελληνιστικής εποχής και τα ερωτικά δίστιχα του δημοτικού τραγουδιού. Συνάμα ο κοσμοπολίτης Καβάφης βρήκε στον Ελληνοπαρισινό Σπανό την απαραίτητη ατμόσφαιρα του. Τα σκοτεινά μπαρ της Νέας Ορλεάνης, τα καταγώγεια του λιμανιού με την Τζαζ αλλά και τα θλιμμένα ρεμπέτικα του υπαρξιακού πένθους. Οφείλουμε λοιπόν στον Γιάννη Σπανό, μετά τις «Ανθολογίες» του με τους μεγάλους «Ελάσσονες» ποιητές που τραγουδήσαμε την αποκατάσταση του Καβάφη στο «μαζί» του Ελληνικού ποιητικού γαλαξία. Από την άλλη ο Καβάφης για να τραγουδηθεί θέλει ιδανικές φωνές κι αγαπημένες και βρίσκω την ερμηνεία του Μανώλη Μητσιά ίσως την πλέον ώριμη της πλούσιας σε ποιοτικές επιλογές ορειβασίας του στην κορυφογραμμή της νεοελληνικής ιστορίας των λυρικών αποδόσεων. Μέγα μάθημα πώς η λέξη των ποιητών γίνεται ρυθμός και πως ο ρυθμός απογειώνεται σε μέλος και πως το μέλος σε αγωγή ψυχών».
Έχουν περάσει ήδη δώδεκα χρόνια από τότε. Ο χρόνος δυστυχώς δε δικαίωσε την αισιοδοξία του Γεωργουσόπουλου, καθώς ο δίσκος παραμένει άγνωστος στο μουσικόφιλο κοινό και ξεχασμένος στις πίσω σελίδες των δισκογραφικών καταλόγων. Κρίμα. Του άξιζε καλύτερη τύχη...

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

Γιάννης Σπανός: Στου καιρού τα ρέματα (1982)

Συμπληρώνονται σήμερα έξι χρόνια από το θάνατο του Γιάννη Σπανού (1934-2019), κορυφαίου συνθέτη της γενιάς του '60 και σπουδαίου πιανίστα και ενορχηστρωτή, από τους πιο χαρισματικούς μελωδιστές της ελληνικής μουσικής, ο οποίος μάλιστα ξεκίνησε την καριέρα του στη Γαλλία, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας του '60 άρχισε να παρουσιάζει τραγούδια και στην Ελλάδα ενταγμένος στο δυναμικό της Lyra, όπου μάλιστα έγινε και ο κύριος εισηγητής του μουσικού ρεύματος του Νέου Κύματος.
Η πιο σταθερή και διαχρονική συνεργασία του συνθέτη υπήρξε αυτή με τον μεγάλο στιχουργό Λευτέρη Παπαδόπουλο, η οποία ξεκίνησε το 1969 με το θαυμάσιο κύκλο τραγουδιών Μια Κυριακή που σηματοδότησε τη «λαϊκή» στροφή του και συνεχίστηκε πολύ γόνιμα σε ολόκληρη τη δεκαετία του '70 με άλλες τρεις ολοκληρωμένες δουλειές (Το Σαββατόβραδο, Μέρες αγάπης, Οδός Αριστοτέλους), αλλά και μπόλικα σκόρπια τραγούδια με τις μεγαλύτερς φωνές του ελληνικού πενταγράμμου (Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Βίκυ Μοσχολιού, Δήμητρα Γαλάνη, Μανώλης Μητσιάς, Γιάννης Πουλόπουλος, Σταμάτης Κόκοτας, Γιάννης Πάριος, Γιάννης Καλατζής, Μαρινέλλα, Αρλέτα, Τόλης Βοσκόπουλος, Χάρις Αλεξίου, Γιώργος Νταλάρας, Αλέκα Κανελλίδου, Κώστας Καράλης και άλλοι). 
Η πολύ παραγωγική αυτή σύμπραξη θα ολοκληρώσει τη διαδρομή της με το άλμπουμ Στου καιρού τα ρέματα που εκδόθηκε από την ΕΜΙ το 1982 με αποκλειστικό ερμηνευτή τον Μανώλη Μητσιά. Εδώ θα πρέπει να σημειώσω ότι οι τρεις συντελεστές του δίσκου (συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής) είχαν πρωτοσυναντηθεί ήδη από το 1970 στο δίσκο Το Σαββατόβραδο με τα τραγούδια «Το Μαρικάκι» και «Το φεγγάρι», αλλά η πρώτη ολοκληρωμένη συνεργασία τους θα έρθει με το δίσκο Στου καιρού τα ρέματα, ενώ συνθέτης και ερμηνευτής θα ξαναβρεθούν μαζί πολλά χρόνια αργότερα με τον κύκλο μελοποιημένης ποίησης Πλησιάζοντας τον Καβάφη (2013).
Ο δίσκος Στου καιρού τα ρέματα κινείται στο χώρο του λαϊκού τραγουδιού με ορθόδοξους λαϊκούς σκοπούς, που δεν αποτελούν ίσως την πιο αντιπροσωπευτική πλευρά της μελωδικής φύσης του συνθέτη, χωρίς πάντως αυτό να έχει σταθεί εμπόδιο, για να μας δώσει κατά καιρούς πολύ όμορφα λαϊκά τραγούδια που ακούστηκαν και τραγουδήθηκαν πολύ. Ο συγκεκριμένος δίσκος μοιάζει κάπως εκτός εποχής, καθώς η όλη ηχητική και στιχουργική του ατμόσφαιρα παραπέμπει στην κλασική εποχή του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού που είχε μεγαλουργήσει κατά τη δεκαετία 1965-1975. Ο Μητσιάς ήταν από τους ελάχιστους πια καλλιτέχνες που μπήκαν στην καινούργια εποχή συνεχίζοντας την καλή αυτή παράδοση, την οποία υπερασπίστηκε για πολλά ακόμη χρόνια με τίμιο και αυθεντικό τρόπο. Ο δίσκος ανέδειξε κάποιες αξιόλογες επιτυχίες και μερικά όμορφα τραγούδια. Ξεχωρίζουν περισσότερο τα: "Πού να 'βρω ένα ζεϊμπέκικο", "Μάτια μου", "Επειδή σ' αγαπώ", "Στου καιρού τα ρέματα", "Ποτέ ξανά". Μια αξιοπρεπής δουλειά, χωρίς όμως τις γνωστές υψηλές πτήσεις του δημιουργού.

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

Μάνος Χατζιδάκις: Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996)

Θα κλείσουμε αυτό το εορταστικό αφιέρωμα για τα εκατόχρονα του Μάνου Χατζιδάκι με την τελευταία εν ζωή πρωτότυπη δουλειά του που είναι ένας κύκλος μελοποιημένων ποιημάτων του εμβληματικού Θεσσαλονικιού ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου (1931-2020) με τίτλο Τα τραγούδια της αμαρτίας. Το αρχικό σχέδιο του συνθέτη ήταν να μελοποιήσει είκοσι ποιήματα, τελικά ολοκλήρωσε τα δεκαπέντε, αλλά δεν πρόλαβε να τα ενορχηστρώσει, αν και είχε ξεκινήσει τις πρόβες με τον Θεσσαλονικιό ερμηνευτή Ανδρέα Καρακότα, τον οποίο εκείνος ήταν ο πρώτος που του άνοιξε το δρόμο της δισκογραφίας το 1988 με το άλμπουμ Στο Σείριο υπάρχουνε παιδιά και ο οποίος τελικά τα ερμήνευσε στην επίσημη έκδοση του έργου το 1996, δυο χρόνια δηλαδή μετά το θάνατο του συνθέτη. 
Όπως μας εξηγούν στο ένθετο σημείωμα της έκδοσης οι παραγωγοί του δίσκου Νίκος Κυπουργός και Γιώργος Θεοφανόπουλος (γιος και κληρονόμος του συνθέτη), η ηχογράφηση έγινε στη λιτή μορφή της φωνής με συνοδεία πιάνου, αφού ο συνθέτης πρόλαβε να αφήσει απλώς κάποια πρώτα ενορχηστρωτικά σχεδιάσματα που δεν κρίθηκαν ικανά, για να αποτελέσουν τη βάση μιας ολοκληρωμένης ενορχηστρωτικής παρέμβασης. Στη μορφή αυτή το έργο περιλαμβάνει τα δεκαπέντε μελοποιημένα ποιήματα του Χριστιανόπουλου, από τα οποία το ένα («Τύψεις») ακούγεται και σε μια δεύτερη εγγραφή που είχε γίνει πρόχειρα στο σπίτι του συνθέτη με τη φωνή του ιδίου. Στο σώμα του έργου προστέθηκαν και δυο οργανικά μέρη για σόλο πιάνο, καθώς κι ένα μελοποιημένο ποίημα του Γιώργου Χρονά («Νεαρέ γιε του μπακάλη») που κινείται στην ίδια θεματική γραμμή του σκοτεινού κι ανομολόγητου έρωτα, όπως τόσο εύστοχα περιγράφεται από την αποστροφή του συνθέτη: «Η αμαρτία είναι βυζαντινή κι ο έρωτας αρχαίος». Η πιστή συνεργάτιδα του συνθέτη Ντόρα Μπακοπούλου ερμηνεύει τα μέρη του πιάνου, ενώ το εξώφυλλο κοσμείται με παλιότερη ζωγραφιά του Γιώργου Σταθόπουλου.
Αντί άλλων δικών μου σχολίων, νομίζω πως είναι πολύ κατατοπιστικό για το πνεύμα του έργου το ένθετο σημείωμα που υπογράφει ο ίδιος ο συνθέτης μ' εκείνο το σπινθηροβόλο και αποκαλυπτικό πνεύμα που τον διέκρινε:
«Μπαίνοντας στη Θεσσαλονίκη το '45, αργά το βράδυ της Μ. Πέμπτης είχε τελειώσει η λειτουργία και οι εκκλησίες άδειες, φωτισμένες ηχούσαν πένθιμα. Περπατούσα μόνος και θαμπωμένος - είπα από μέσα μου: «Θεέ μου, πόση αμαρτία πρέπει να περιέχει αυτή η πόλη για να 'χει τόσες εκκλησίες». Ο προσφερόμενος νεανικός έρωτας μετεμφυλιακά υπήρξε συγκλονιστικός. Η επιθυμία δεν είχε προσχήματα. Μόνο η ερωτική τελετουργία διατηρούσε μερικούς γοητευτικούς μυστικούς κώδικες με τους οποίους ολοκλήρωνε φαντασιώσεις, οράματα και τολμηρές προθέσεις. Η Θεσσαλονίκη είχε, τω καιρώ εκείνω, τρεις κοινωνικές τάξεις χωρίς μεγάλες αποστάσεις μεταξύ τους. Την αστική, την μικροαστική και τη λεγόμενη λαϊκή ή εργατική. Οι τάξεις αυτές είχαν μια ανομολόγητη έλξη ανάμεσα τους που εκδηλωνότανε με τον ομοφυλόφιλο ερωτισμό των παιδιών τους. Και οι διάφορες συνοικίες της Θεσσαλονίκης συνδέονταν η μια με την άλλη, με λεωφορεία και με νεανικές διαδρομές αναζητήσεων συντρόφων. Κι έτσι έγινα φανατικός λάτρης της πόλης και των αφανών κατοίκων της. Τα παλιά σπίτια, οι ατελείωτες συνοικίες, οι κεντρικοί μα και οι απόκεντροι δρόμοι της, λειτουργούσαν θρησκευτικά τον ερωτισμό των νεαρών κατοίκων της και την υπέροχη και τόσο προχωρημένη αταξική ερωτική συνείδηση τους. Συγχρόνως μου έγινε αντιληπτό πως ο αρχαίος έρωτας δεν έχει τόση αξία στον καιρό μας, δίχως αυτό το ανομολόγητο αίσθημα αμαρτίας κι ενοχής που μας παρέχει η βυζαντινή θρησκευτική κληρονομιά μας. Και όλ' αυτά επιχειρώ να τα συνθέσω, σε μια πολύχρωμη τοιχογραφία που περιέχει ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου κι ένα του Γιώργου Χρονά, βυζαντινές υμνωδίες, λαϊκούς ρυθμούς και μια στρατιωτική μπάντα που να παίζει επίμονα το «Ειδύλλιο του Ζήγκφριντ» του Βάγκνερ. Το έργο αυτό το αφιερώνω σ' όσους μπορούν ακόμη να διαβρωθούν από τη Μουσική και το Τραγούδι».