Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2022

Σταύρος Κουγιουμτζής: Λόγια της καρδιάς (2001)

Με τίτλο "Λόγια της καρδιάς" και υπότιτλο "18 Τραγούδια του Σταύρου Κουγιουμτζή" κυκλοφόρησε το 2001 ο τελευταίος εν ζωή δίσκος με τραγούδια του σπουδαίου συνθέτη Σταύρου Κουγιουμτζή, χωρίς πάντως να έχει ο ίδιος την ευθύνη για τη συγκεκριμένη ηχογράφηση.
Πρόκειται για μια όμορφη ανθολογία δεκαοκτώ μεγάλων τραγουδιών από τον μυροβόλο ανθόκηπο αυτού του υπέροχου δημιουργού, γνωστών ή και λιγότερο γνωστών, τα οποία παρουσιάζονται σε ειδική χορωδιακή εναρμόνιση για την Πολυφωνική Χορωδία του Δήμου Βόλου, ένα αξιόλογο σχήμα με 56 χορωδούς υπό τη γενική επιμέλεια και διεύθυνση του μαέστρου Γιάννη Καρκάλα με την Ελένη Τσαρδακά-Ντόνα να συνοδεύει στο πιάνο. Η ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε στο σύγχρονο Εργαστήρι Επικοινωνίας και Οπτικοακουστικής Τεκμηρίωσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και στην αίθουσα συναυλιών του Δήμου Βόλου.
Πολύ όμορφη "δεύτερη" εκτέλεση που ασφαλώς έχει την αξία της, γιατί διαφοροποιεί πλήρως το αρχικό χρώμα των αγαπημένων αυτών τραγουδιών και τους δίνει μια ισχυρή ώθηση να περάσουν και στο νεότερο ακροατήριο. Η έκδοση κυκλοφόρησε από την ετικέτα Corifeo που διηύθυνε εκείνη την εποχή ο Νότης Μαυρουδής, ο οποίος σημειώνει μεταξύ άλλων στο ένθετο του δίσκου:
"...Η χορωδιακή αντιμετώπιση των γνωστών τραγουδιών του (Κουγιουμτζή) από τον μαέστρο Γιάννη Καρκάλα ξαφνιάζει και μας βάζει μπορστά στη γοητεία του lied χορωδιακού τραγουδιού. Τοποθετεί σ' αυτές τις εξαίσιες μελωδίες μια διαφορετική ακουστική "οπτική". Για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται πως η καλή μουσική είναι σημείο αναφοράς για διασκευές εμπνευσμένες...".

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2022

Σε δεύτερη γραφή / Σταύρος & Αιμιλία Κουγιουμτζή: Κάτι παιδιά που αγαπάνε το τραγούδι (1993)

Ο σπουδαίος τραγουδοποιός Σταύρος Κουγιουμτζής (1932-2005) έζησε και δημιούργησε ένα σπουδαίο έργο τόσο διακριτικά, ώστε ποτέ δεν απασχόλησε την κοινή γνώμη με τα προσωπικά ή τα οικογενειακά του θέματα. Σεμνή και σταθερή συνοδοιπόρος του από τα χρόνια του '60, πρώτα στη Θεσσαλονίκη κι ύστερα στην Αθήνα και μέχρι το βιολογικό του τέλος, στάθηκε η υπέροχη κυρία Αιμιλία Κουγιουμτζή. Από μαρτυρίες του ίδιου του συνθέτη σε δύο θαυμάσια αυτοβιογραφικά βιβλία του γνωρίζουμε ότι ο λόγος της Αιμιλίας ήταν πάντα καθοριστικός για τις κινήσεις του ίδιου στον καλλιτεχνικό χώρο, χωρίς ποτέ να επιβάλλεται αυταρχικά. 
Ωστόσο η Αιμιλία Κουγιουμτζή υπήρξε και μια αξιόλογη ερμηνεύτρια με θαυμάσια λυρική φωνή που δικαιούνταν ίσως να είχε διακδικήσει ένα μεγαλύτερο μερίδιο στην ερμηνεία των τραγουδιών του συζύγου της, αλλά περιορίστηκε σε ρόλο δευτερεύοντα έχοντας απλώς λιγοστές σκόρπιες συμμετοχές στους δίσκους: "Ηλιοσκόπιο" (1973), "Τραγούδια του καιρού μας" (1977), "Μικραίνει ο κόσμος" (1982), "Ύμνοι Αγγέλων σε ρυθμούς ανθρώπων" (1998). 
Ωστόσο υπάρχει κι ένας ολοκληρωμένος δίσκος με τη φωνή της και φυσικά με τραγούδια αποκλειστικά του Σταύρου Κουγιουμτζή, όλα σε δεύτερη εκτέλεση. Ήταν το 1993 που κυκλοφόρησε ο δίσκος "...Κάτι παιδιά που αγαπάνε το τραγούδι", σε μια εποχή που ο συνθέτης ήδη είχε συμπληρώσει επτά χρόνια απουσίας από το προσκήνιο έχοντας σκόπιμα αποτραβηχθεί από την ενεργό δράση απογοητευμένος από το νοσηρό κλίμα που κυριαρχούσε στο χώρο της ελληνικής δισκογραφίας (βλέπε τραγούδια "Μη γυρεύεις ομορφιές", "Κάτι παιδιά" και "Τόμας Ντύλαν"). Διέκοψε λοιπόν τη σιωπή του μ' αυτόν τον μάλλον άγνωστο δίσκο που, όπως είπαμε, δεν περιέχει πρωτότυπα τραγούδια, αλλά επανεκτελέσεις παλιότερων γνωστών ή λιγότερο γνωστών τραγουδιών του συνθέτη από το διάστημα 1975-1986, όταν πια είχε ολοκληρωθεί η λαμπρή φάση της συνεργασίας του με τον Γιώργο Νταλάρα. Είναι μια ιδιαίτερη έκδοση έξω από τα επίσημα δισκογραφικά κυκλώματα, που ηχογραφήθηκε στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στο Εργαστήρι Ηλεκτρακουστικής Μουσικής Τεχνολογίας του ΑΠΘ με υπεύθυνους τον καθηγητή Γιώργο Παπανικολάου και τον τεχνικό Κώστα Κοντό. 
Για τις ερμηνείες της Αιμιλίας έχω την άποψη ότι πρόκειται για άκρως συγκινητικές προσεγγίσεις σ' ένα υπέροχο υλικό, που φαίνεται καθαρά ότι το γνωρίζει βιωματικά και το αποδίδει με ειλικρινή αγάπη και πλεόνασμα λυρικής έκφρασης. Γνωρίζω ότι κάποιοι μουσικοκριτικοί έχουν σταθεί αρνητικοί απέναντι στις ερμηνείες της Αιμιλίας και στις φωνητικές της ικανότητες, προεξάρχοντος του γνωστού για τις απόλυτες απόψεις του κριτικού και συνθέτη Γιώργου Παπαδάκη! Ωστόσο εμένα προσωπικά με συγκινούν βαθιά οι ερμηνείες της, βρίσκω θαυμάσιο το φωνητικό της χρώμα και βέβαια κρατώ πάντα με ξεχωριστή συγκίνηση εκείνη τη συγκλονιστική της ερμηνεία στο εξαίσιο ελεγειακό τραγούδι "Πώς να σε πάρω" από το "Ηλιοσκόπιο". Από τις πολλές όμορφες στιγμές του δίσκου ξεχωρίζω το ελάχιστα γνωστό τραγούδι "Το λεωφορείο" (στίχοι Μιχάλη Μπουρμπούλη) που η ίδια άλλωστε είχε τραγουδήσει και στην πρώτη του εκτέλεση, καθώς και το "Μ' ένα τσιγάρο" από το δίσκο "Τρελοί και άγγελοι" (1986). Ερμηνείες αφοπλιστικής ομορφιάς και βαθιάς συγκίνησης. 

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2022

Μίκης Θεοδωράκης, Βίκυ Λέανδρος: Τραγούδι αλλιώτικο (2003)

Η Βίκυ (Λέανδρος), κόρη του διεθνούς Έλληνα συνθέτη Λέανδρου Παπαθανασίου, πρωτοεμφανίστηκε ως τραγουδίστρια στα μέσα της δεκαετίας του '60 στη γερμανική σκηνή, ενώ τα επόμενα χρόνια κατάφερε να στήσει μια σημαντική διεθνή καριέρα, η οποία κορυφώθηκε το 1972 με την κατάκτηση του πρώτου βραβείου στο φεστιβάλ τραγουδιού της Eurovision με το γαλλόφωνο τραγούδι "Apres toi" που την έκανε διάσημη. Παράλληλα έδινε και το ελληνικό παρών της με σποραδικές ηχογραφήσεις ελληνόφωνων τραγουδιών που γνώριζαν σημαντική επιτυχία και εντός των συνόρων. Στα μέσα της δεκαετίας του '80 σταδιακά αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, αν και αργότερα άρχισε πάλι να επανεμφανίζεται στο προσκήνιο, χωρίς πάντως την επιτυχία των πρώτων της χρόνων.
Το 2003 λοιπόν η Βίκυ έκανε μια εντυπωσιακή δισκογραφική επανεμφάνιση ηχογραφώντας έναν καινούργιο δίσκο αποκλειστικά με τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη! Η κυκλοφορία του δίσκου "Τραγούδι αλλιώτικο" υπήρξε όντως στην εποχή της μια μεγάλη έκπληξη, γιατί δύσκολα θα περίμενε κανείς ότι μια διάσημη φωνή της διεθνούς ποπ θα μπορούσε ποτέ να τραγουδήσει ένα τόσο διαφορετικό ρεπερτόριο από το πεδίο του "έντεχνου" ελληνικού τραγουδιού και μάλιστα τραγούδια σφραγισμένα με μεγάλες ερμηνείες από σπουδαίους Έλληνες λαϊκούς ερμηνευτές. Ο δίσκος περιλαμβάνει δώδεκα γνωστά ή και λιγότερο γνωστά τραγούδια του μεγάλου συνθέτη ανθολογημένα από το σύνολο της εργογραφίας του που απλώνεται σε ένα χρονικό ορίζοντα μισού περίπου αιώνα, από την εποχή των πρώιμων παιδικών τραγουδιών του, αλλά και της "Πολιτείας" ή του "Αρχιπελάγους" μέχρι τις "Σερενάτες" (1996), ενώ δε λείπει άλλη μια εκτέλεση του "Ζορμπά" με ξενόγλωσσους στίχους για το φινάλε του δίσκου. 
Ομολογώ πως το αποτέλεσμα δε με ενθουσίασε, γιατί βρίσκω αταίριαστο το φωνητικό ηχόχρωμα της ερμηνεύτριας συνδυασμένο με την εντελώς ιδιόμορφη άρθρωση των λέξεων, με το ύφος των επιλεγμένων τραγουδιών, έστω κι αν ο Μίκης στο ένθετο της έκδοσης διαδηλώνει τον ενθουσιασμό του κραυγάζοντας ότι "συγκαταλέγει τη Βίκυ Λέανδρος ανάμεσα στους 2-3 σπουδαιότερους ερμηνευτές μέσα σε όλο του το έργο"!!! Συνήθιζε ο Μίκης τέτοιες μεγαλοστομίες κάθε φορά που κάποιος ερμηνευτής αποφάσιζε να πει δικά του τραγούδια, αλλά τούτη η κουβέντα ομολογώ πως με άφησε άναυδο και μ' έκανε να αναρωτηθώ ποιος μπορεί να είναι αυτός ο ένας ή έστω οι δύο τυχεροί ερμηνευτές που διατηρούσαν ακόμη το προβάδισμα μετά τη βίαιη αυτή εισβολή της Βίκυς! Αδύνατον να μη θεωρούσε ο Μίκης ως αδιαφιλονίκητους μπροστάρηδες έναν Μπιθικώτση και μια Φαραντούρη! Άρα ήδη η Βίκυ υποχωρούσε στην 3η θέση. Τουλάχιστον! Γιατί και πάλι εύλογα αναρωτιέται κανείς αν δικαιωματικά της ανήκει μια τόσο τιμητική θέση, αρκεί να θυμηθεί αμέτρητους άλλους εκλεκτούς ερμηνευτές που τραγούδησαν Θεοδωράκη, όπως ένας Στέλιος Καζαντζίδης, μια Μαίρη Λίντα, μια Βίκυ Μοσχολιού, μια Μαρινέλλα, μια Ντόρα Γιαννακοπούλου, ένας Αντώνης Καλογιάννης, μια Μαρία Δημητριάδη, ένας Πέτρος Πανδής, μια Αρλέτα, ένας Γιώργος Ζωγράφος, μια Δήμητρα Γαλάνη, ένας Γιώργος Νταλάρας, μια Μαργαρίτα Ζορμπαλά, μια Αλίκη Καγιαλόγλου, ένας Μανώλης Μητσιάς, μια Αγγελική Ιωαννάτου και κάμποσοι διάσημοι ξένοι!!! Ομολογώ πως δε βρίσκω εξήγηση και σηκώνω τα χέρια ψηλά!

Τρίτη 30 Αυγούστου 2022

Μίκης Θεοδωράκης, Σταύρος Ξαρχάκος: Μπαλάντες (2007)

Κατά τη γόνιμη περίοδο της συνεργασίας του με τη σπουδαία Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής (ΚΟΕΜ) ο Σταύρος Ξαρχάκος καταπιάστηκε αρκετές φορές με το έργο του Μίκη Θεοδωράκη δίνοντας τη δική του οπτική. Πρώτα ήταν ο "Επιτάφιος" το 2004, για τον οποίο έχουμε ήδη μιλήσει. Το 2006 ενορχήστρωσε τον πρωτότυπο κύκλο τραγουδιών "Ερημιά" σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου που ερμήνευσε η Μαρία Φαραντούρη. Και το 2007 ήρθε η σειρά του κύκλου "Μπαλάντες" (1975) σε ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη που πρώτοι είχαν ερμηνεύσει η Μαργαρίτα Ζορμπαλά και ο Πέτρος Πανδής.
Οι "κατά Ξαρχάκο Μπαλάντες" του Μίκη παρουσιάστηκαν δημόσια στις 25 Ιουνίου 2005 στη Ρωμαϊκή Αγορά υπό την αιγίδα του Δήμου Αθηναίων (μαζί με τον νέο κύκλο "Ερημιά"). Η νέα αυτή εκδοχή του σπουδαίου αυτού έργου, από τα πρώτα καινούργια έργα του μεγάλου συνθέτη μετά τη Μεταπολίτευση που σηματοδοτούσε μια στροφή στο προσωπικό του ύφος με τραγούδια που είχαν εμφανώς τη σφραγίδα της λόγιας κατεύθυνσης, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα μάλλον υποτιμημένο αριστούργημα του Μίκη φωτίζοντάς το με πολύ λεπτολογημένη ενορχήστρωση που δικαιώνεται απόλυτα από το θαυμάσιο αποτέλεσμα. 
Εδώ ο Ξαρχάκος δείχνει πολύ πιο συγκρατημένος σε σχέση με τον επιθετικό τρόπο που αντιμετώπισε μερικά χρόνια νωρίτερα τον "Επιτάφιο". Η ενορχήστρωσή του είναι πιο λιτή και πολύ κοντά στο ύφος και το πνεύμα του δημιουργού, ώστε το αποτέλεσμα να δικαιολογεί και το χαρακτηρισμό των τραγουδιών ως "μπαλάντες". Εξίσου άψογοι και οι δυο ερμηνευτές, η Μαρία Φαραντούρη και ο Πέτρος Πανδής, δείχνουν απόλυτο σεβασμό στη βαρύτητα του έργου και το αποδίδουν με συγκρατημένη εκφραστική ένταση. Δικαιολογημένος λοιπόν ο ενθουσιασμός του Μίκη που σημειώνει χαρακτηριστικά στο ένθετο της έκδοσης:
"Ο Σταύρος Ξαρχάκος μετά τα έργα μου «Επιτάφιος» και «Ερημιά», ασχολήθηκε με τις «Μπαλάντες». Κι εδώ τα αποτελέσματα της δουλειάς του είναι εντυπωσιακά και αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά πόσο καλά κατέχει την τέχνη της ενορχήστρωσης, ειδικά στο χώρο της ελληνικής μουσικής, δίνοντας στα έργα καινούριες διαστάσεις: νέα ηχητικά χρώματα, πολλαπλές ιδιοφυείς συζεύξεις οργάνων και πλήθος από ρυθμικές παραλλαγές που προσφέρουν νέες διαστάσεις, κυρίως εσωτερικές, που κάνουν το έργο κλασικού επιπέδου και πρότυπο στο χώρο της μουσικής σε διεθνές επίπεδο...".

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2022

Σε δεύτερη γραφή / Μίκης Θεοδωράκης, Μαρία Φαραντούρη: Μαουτχάουζεν - Κύκλος Φαραντούρη (2010)

Η πιο εμβληματική συνεργασία του Μίκη Θεοδωράκη με διάρκεια ζωής πάνω από μισόν αιώνα ήταν φυσικά αυτή με την κορυφαία ερμηνεύτρια Μαρία Φαραντούρη, η οποία έχει αποδώσει σε πρώτη ή και δεύτερη εκτέλεση σχεδόν το σύνολο του έργου του συνθέτη από τη δεκαετία του '60 και δώθε! 
Η πρώτη τους γνωριμία ανατρέχει πολύ πίσω, κάπου στο 1963, όταν η έφηβη ακόμη ερμηνεύτρια γνωρίστηκε με τον συνθέτη συμμετέχοντας στις συναυλίες που έδινε εκείνη την εποχή με τους πρώτους κύκλους τραγουδιών του. Το τραγούδι "Ματωμένο φεγγάρι", γραμμένο για την ταινία "Το νησί της Αφροδίτης" (στη δισκογραφία πέρασε ως "Χρυσοπράσινο φύλλο") ήταν το πρώτο που της έδωσε ο συνθέτης, ενώ αμέσως μετά της έγραψε έναν μικρό λυρικό κύκλο με έξι υπέροχα λαϊκά τραγούδια σε στίχους Νίκου Γκάτσου, Δημήτρη Χριστοδούλου, Τάσου Λειβαδίτη και Γεράσιμου Σταύρου. Το τραγούδι "Ο ίσκιος έπεσε βαρύς" από τον κύκλο αυτό χρησιμοποιήθηκε την ίδια χρονιά (1965) και στην ταινία "Το μπλόκο" του Άδωνη Κύρου. Αυτός ο κύκλος τραγουδιών ονομάστηκε τιμητικά "Κύκλος Φαραντούρη", αν και στην πρώτη δισκογραφική του καταγραφή παρουσιάστηκε με το λιτό τίτλο "Έξι τραγούδια".
Αμέσως μετά τον "Κύκλο Φαραντούρη" ο συνθέτης έγραψε την αριστουργηματική "Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν" πάνω στο δυνατό βιωματικό κείμενο του Ιάκωβου Καμπανέλλη με τέσσερα σπουδαία τραγούδια επικού χαρακτήρα, από τα οποία ασφαλώς ξεχωρίζει το αγέραστο αριστούργημα "Άσμα ασμάτων", αναμφίβολα από τις κορυφαίες στιγμές του ελληνικού τραγουδιού διαχρονικά.
Και τα δυο αυτά έργα, τα οποία αρχικά εκδόθηκαν μαζί σε δίσκο το 1966, αποτέλεσαν μέρος μιας μεγάλης συναυλίας στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στις 30 Ιανουαρίου και 1 Φεβρουαρίου 2008 μαζί με τους κύκλους "Ένας όμηρος" και "Οδύσσεια" σε εντελώς καινούργια ενορχήστρωση που επιμελήθηκε ο Γερμανός συνθέτης και πιανίστας Henning Schmiedt, επί πολλά χρόνια συνεργάτης ο Μίκη, με τη συμμετοχή του οργανικού σχήματος Berliner Instrumentalisten που περιλαμβάνει πιάνο, βιολί, βιολοντσέλο, φλάουτο, κιθάρα και κοντραμπάσο. Σε κάποια μέρη συμμετέχουν επίσης το μπουζούκι του Κώστα Σαριδάκη και τα κρουστά του Δημήτρη Μαρινάκη. Φυσικά ερμηνεύει η Μαρία Φαραντούρη, ενώ συμπράττει και ο Χρήστος Θηβαίος.
Όλο το υλικό αυτής της συναυλίας εκδόθηκε το 2010 από τη Legend σε διπλό ψηφιακό δίσκο με τίτλο "Του έρωτα και του θανάτου", ενώ αμέσως μετά από τη συγκεκριμένη έκδοση αποσπάστηκαν οι κύκλοι "Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν" και "Κύκλος Φαραντούρη" σε ανεξάρτητη ψηφιακή έκδοση που συνοδεύεται (όπως άλλωστε και η πλήρης έκδοση) από ένα πολύ περιεκτικό και κατατοπιστικό κείμενο του κορυφαίου ιστορικού της μουσικής μας Γ. Β. Μονεμβασίτη.

Κυριακή 28 Αυγούστου 2022

Σε δεύτερη γραφή / Μίκης Θεοδωράκης: Το τραγούδι του νεκρού αδελφού (2001)

Άλλο ένα κορυφαίο έργο του Μίκη Θεοδωράκη από τις αρχές της δεκαετίας του '60 είναι η μουσική και τα τραγούδια του για τη θεατρική παράσταση "Το τραγούδι του νεκρού αδελφού" που έκανε πρεμιέρα στις 15 Οκτωβρίου 1962 στο θέατρο Καλουτά από το θίασο Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη σε σκηνοθεσία Πέλου Κατσέλη. Το κείμενο γράφτηκε από τον ίδιο τον συνθέτη παίρνοντας την ιδέα από την ομώνυμη παραλογή του δημοτικού μας τραγουδιού και με θεματική αναφορά στον πρόσφατο εμφύλιο πόλεμο. Τα συγκλονιστικά τραγούδια (κυρίως σε ρυθμό ζεϊμπέκικου) ερμήνευσε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης συνοδευόμενος από τα σπουδαία μπουζούκια του Κώστα Παπαδόπουλου και του Λάκη Καρνέζη. Από τα τραγούδια της ιστορικής αυτής παράστασης ένα ("Αλυσίδα") λογοκρίθηκε κι έτσι δεν συμπεριλήφθηκε στην ηχογράφηση του δίσκου.
Σημειώνω ότι η παράσταση ξανανέβηκε το 1980 στο θέατρο Αθήναιον με σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού, όπου το έργο παρουσιάστηκε στην ολοκληρωμένη του πλέον μορφή με την προσθήκη της λογοκριμένης "Αλυσίδας", αλλά και τριών ακόμη τραγουδιών: Μοιρολόι, Κλάψε πικρό μου σύννεφο (στίχοι Τάσου Λειβαδίτη), Τραγούδι κόκκινο θα πω (στίχοι Γιάννη Θεοδωράκη).
Η τελική δισκογραφική έκδοση του έργου ήρθε το 2001, όταν ηχογραφήθηκε στην ολοκληρωμένη του μορφή με τη συμμετοχή της Λαϊκής Ορχήστρας Μίκης Θεοδωράκης και ερμηνευτές τους Δημήτρη Μπάση και Νένα Βενετσάνου. Η έκδοση περιλαμβάνει επιπλέον το "Τανγκό του εφιάλτη" που αποδίδει ο ηθοποιός Γιάννης Μπέζος, ενώ το κομμάτι διαπλέκεται με το "Τραγούδι κόκκινο θα πω"
Η αλήθεια είναι ότι η τελική έκδοση του έργου δεν μπορεί εύκολα να συγκριθεί με την έκδοση του 1962, αφού διαφέρει σε πολλά μέρη της, ώστε να μην είναι και πολύ δόκιμο να θεωρηθεί ως επανεκτέλεση. Ωστόσο συγκρίνοντας τα κοινά μέρη δεν μπορεί κανείς να μη διαπιστώσει εύκολα την υπεροχή της πρώτης εκτέλεσης με έναν Μπιθικώτση στο απόγειο της ερμηνευτικής του ικανότητας και με μια έντονη αίσθηση αυθεντικότητας που προφανώς δεν ήταν δυνατόν να αποπνέει η καινούργια ερμηνεία, έστω κι αν οι δυο ερμηνευτές υπερασπίζονται το ακριβό αυτό υλικό με φιλότικο και ζήλο.

Σάββατο 27 Αυγούστου 2022

Σε δεύτερη γραφή / Μίκης Θεοδωράκης: Επιτάφιος κατά Σταύρο Ξαρχάκο (2004)

Περνώντας σήμερα στον Μίκη Θεοδωράκη και στα έργα του που γνώρισαν επανεκτελέσεις, είμαστε αναγκασμένοι πριν απ' όλα να κάνουμε μιαν αυτονόητη επισήμανση: Πρόκειται για μια κατάσταση πραγματικά χαώδη! Σκεφτείτε ότι δεν είναι καν εύκολο να υπάρξει μια οριστική και ολοκληρωμένη καταγραφή των έργων του σε πρώτη εκτέλεση, οπότε αντιλαμβάνεται κανείς σε τι απροσδιόριστο πεδίο εισέρχεται προσπαθώντας να εντοπίσει τις "δεύτερες" (ή και ...εκατοστές ακόμη!) εκτελέσεις! Για το λόγο αυτό το μικρό μας αφιέρωμα θα περιοριστεί σε μερικά από τα κορυφαία έργα του από την πρώτη δημιουργική του φάση στο χώρο του τραγουδιού. Και μοιραία η αρχή θα γίνει από το πιο εμβληματικό έργο της "έντεχνης" λαϊκής μας μουσικής, δηλαδή τον "Επιτάφιο" από την ομώνυμη ποιητική σύνθεση του Γιάννη Ρίτσου.
Θυμίζω εν συντομία - μιας και αυτά τα έχουμε ήδη αναλύσει σε άλλες ευκαιρίες - ότι το ποιητικό κείμενο γράφτηκε το 1936 με αφορμή το θρήνο μιας μάνας για τη δολοφονία του παιδιού της σε μεγάλη απεργία καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη. Ο συνθέτης μελοποίησε οκτώ μέρη του έργου ευρισκόμενος ακόμη στο Παρίσι το 1958. Το 1960 έγινε η πρώτη ηχογράφησή του με ενορχήστρωση του Μάνου Χατζιδάκι κι ερμηνεία της Νάνας Μούσχουρη, ενώ αμέσως μετά ο ίδιος ο Μίκης ηχογράφησε εκ νέου το έργο με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Ακολούθησε άλλη μια εκτέλεση με τη Μαίρη Λίντα (1961) και μια τέταρτη το 1964 με τη Χορωδία Τρικάλων της Τερψιχόρης Παπαστεφάνου! Η πορεία του έργου υπήρξε θριαμβευτική τα επόμενα χρόνια γνωρίζοντας ασταμάτητες επανεκτελέσεις, ενίοτε μάλιστα κι εκτός συνόρων (Hege Tunaal), ενώ υπήρξαν ακόμη και μεταγραφές για σόλο κλασική κιθάρα (John Williams, Ιάκωβος Κολανιάν).
Η κορύφωση αυτής της λαμπρής διαδρομής ήρθε το 2000, όταν παρουσιάστηκε το έργο στο Ηρώδειο στις 2 Οκτωβρίου με εντελώς καινούργια ενορχήστρωση που επιμελήθηκε ο Σταύρος Ξαρχάκος, προσωπικός φίλος του Μίκη και σπουδαίος ενορχηστρωτής, που εκείνο τον καιρό διηύθυνε την εξαιρετική Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής (ΚΟΕΜ), με την οποία είχε τη δυνατότητα να αναδείξει πολλά έργα του ελληνικού ρεπερτορίου με νέα οπτική.
Ο "κατά Ξαρχάκο" λοιπόν "Επιτάφιος" αποτελεί αναμφίβολα μιαν εντελώς καινούργια πρόταση. Πρόκειται για πολύ δυναμική ερμηνεία που περισσότερο τείνει προς την πολεμική ιαχή και ελάχιστα θυμίζει θρήνο χαροκαμένης μάνας! Η λαϊκή ελεγεία του Μίκη έδωσε τη θέση της σε μια καινούργια σύνθεση επικών διαστάσεων που έστησε ο Σταύρος Ξαρχάκος και ερμήνευσε συγκλονιστικά η Μαρία Σουλτάτου. Ακόμη και η διάρκεια κάθε τραγουδιού τεντώνεται στα άκρα, έτσι που κάποια μέρη να διαρκούν 7-8 λεπτά με ευφάνταστους και τολμηρούς αυτοσχεδιασμούς στη ρυθμική αγωγή. Ο Ξαρχάκος βρήκε πρόσφορο έδαφος για τις ανεξάντλητες ενορχηστρωτικές ιδέες που διακρίνουν κάθε προσέγγισή του σε παλιό υλικό, είτε από το χώρο του ρεμπέτικου, είτε και από τον πιο οικείο χώρο του "έντεχνου" τραγουδιού, όπου ανατρέχει ασταμάτητα. Έχοντας μάλιστα στη διάθεσή του μια τόσο ικανή ορχήστρα καταφέρνει να φτάσει τις αναζητήσεις του σε εντελώς οριακά σημεία.
Κοντολογίς, θα έλεγα ότι το αποτέλεσμα ηχεί εντυπωσιακό. Ίσως και συναρπαστικό, καθώς μια λαϊκή ορχήστρα πραγματικά καταφέρνει να ισορροπεί θαυμαστά μεταξύ λαϊκών και συμφωνικών ηχοχρωμάτων με την επιδέξια διεύθυνση του Ξαρχάκου. Προσωπικά, θα έλεγα πως το αποτέλεσμα δικαιώνει τον τίτλο που τελικά δόθηκε στο ηχογράφημα που κυκλοφόρησε σε δίσκο το 2004 από τη Legend. Γιατί αυτός είναι πράγματι ένας Επιτάφιος κατά Σταύρο Ξαρχάκο, ενώ φοβούμαι πως ο Μίκης είναι ολοκληρωτικά απών!

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2022

Σε δεύτερη γραφή / Μάνος Χατζιδάκις: Τέσσερις θεατρικοί μύθοι (2006)

Περνάμε σήμερα σε μια πολύ ξεχωριστή περίπτωση "δεύτερης γραφής" συνθέσεων του Μάνου Χατζιδάκι που προέρχονται από την πρώιμη δημιουργική του περίοδο, δηλαδή από την πολύ γόνιμη εικοσαετία 1947-1966. Πολύ πριν αρχίσει ο μεγάλος συνθέτης να μας δίνει τους έξοχους κύκλους τραγουδιών του από τα μέσα της δεκαετίας του '60, το ενδιαφέρον του ήταν εστιασμένο πρωτίστως στο θέατρο και κατά δεύτερο λόγο στον κινηματογράφο, όπου κατέθεσε σπουδαία μουσικά έργα, τα πιο εκλεκτά από τα οποία ο ίδιος τα κατέγραφε με αύξουσα αριθμητική ένδειξη στον επίσημο κατάλογο της εργογραφίας του.
Ο λόγος λοιπόν σήμερα για μια σπουδαία έκδοση του Σείριου που κυκλοφόρησε το 2006 με τον εύγλωττο τίτλο "Τέσσερις θεατρικοί μύθοι". Ο τίτλος δηλώνει την παρουσία τεσσάρων συνθέσεων που γράφτηκαν για το θέατρο. Πρόκειται για τα κλασικά έργα: Ματωμένος γάμος, Ο κύκλος με την κιμωλία, Παραμύθι χωρίς όνομα, Καπετάν Μιχάλης. Όλα τα έργα αυτά έχουν οριστικά εγκατασταθεί στη συλλογική μας μνήμη με τις αξεπέραστες πρώτες τους εκτελέσεις (Γιώργος Μούτσιος, Λάκης Παππάς, Γιώργος Ρωμανός) κι έτσι αποκτά τεράστιο ενδιαφέρον μια νέα προσέγγιση με καινούργια ενορχήστρωση και εντελώς διαφορετικούς ερμηνευτές σε μια εντελώς διαφορετική χρονική στιγμή που απέχει πολλές δεκαετίες από εκείνες τις κλασικές πρώτες ερμηνείες.
Ας θυμηθούμε λοιπόν ποια είναι αυτά τα μεγάλα έργα: Παλιότερο όλων ο "Ματωμένος γάμος", έργο 3, σε ποίηση Federico Garcia Lorca και ελληνική απόδοση Νίκου Γκάτσου, συντέθηκε το 1947 και πρωτοπαρουσιάστηκε από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν το 1948. Τα τραγούδια του έργου είχαν μείνει ανέκδοτα μέχρι το 1965 που ηχογραφήθηκαν για πρώτη φορά με τη φωνή του Λάκη Παππά. Το 1991 ο συνθέτης μετέγραψε το έργο σε μορφή για φωνή και δύο όργανα (βιολοντσέλο και πιάνο) και σ' αυτή τη λιτή εκδοχή ακούγεται στην παρούσα ηχογράφηση.
Το έργο "Ο κύκλος με την κιμωλία", έργο 12, γραμμένο το 1956, βασίζεται στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Bertolt Brecht που απέδωσε στα ελληνικά ο Οδυσσέας Ελύτης και παίχτηκε το 1957 πάλι από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν με ερμηνευτή των τραγουδιών τον Γιώργο Μούτσιο, ενώ στα νεότερα χρόνια γνώρισε κι άλλες εκτελέσεις.
Το 1959 από το Νέο Θέατρο του Βασίλη Διαμαντόπουλου παρουσιάστηκε το θεατρικό έργο "Το παραμύθι χωρίς όνομα" του Ιάκωβου Καμπανέλλη βασισμένο στο ομώνυμο παιδικό βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα. Η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι που καταγράφεται ως έργο 15, περιλαμβάνει οργανικά και τραγουδιστικά μέρη που πρώτος ερμήνευσε και πάλι ο Λάκης Παππάς.
Το τέταρτο έργο είναι ο "Καπετάν Μιχάλης" του Νίκου Καζαντζάκη και θεατρική διασκευή του Κώστα Κοτζιά και του Γεράσιμου Σταύρου για το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη. Έχει την ένδειξη έργο 24 και γράφτηκε το 1966, ενώ την ίδια χρονιά δισκογραφήθηκε με τη φωνή του Γιώργου Ρωμανού. Τα τραγούδια του έργου βασίστηκαν σε στίχους που ανασυντέθηκαν από τον Γεράσιμο Σταύρου με τη συρραφή επιλεγμένων φράσεων από το μυθιστόρημα του Καζαντζάκη.
Τη νέα επεξεργασία όλου αυτού του ακριβού υλικού ανέλαβε ο συνθέτης Νίκος Κυπουργός που αναμόρφωσε σημαντικά τον αρχικό ήχο της ορχήστρας και διηύθυνε το θαυμάσιο Μουσικό Σύνολο Μάνος Χατζιδάκις. Για την ερμηνεία των τραγουδιών επιστρατεύθηκαν δυο σπουδαίοι ερμηνευτές της νεότερης γενιάς, ο Μανώλης Λιδάκης και ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, προσφέροντας λιτές, σχεδόν τελετουργικές ερμηνείες με απόλυτο σεβασμό στο πνεύμα του συνθέτη και χωρίς καμία απολύτως παραχώρηση στα φτηνά γούστα του εμπορίου και της κατανάλωσης. Το αποτέλεσμα είναι σπουδαίο κι ασφαλώς αυτή είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση δικαίωσης της "δεύτερης εκτέλεσης", η οποία δεν μιμείται καθόλου την πρώτη, αλλά έρχεται να φωτίσει εκ νέου και με πολύ διαφορετικές αποχρώσεις αυτά τα διαχρονικά αριστουργήματα.

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2022

Σε δεύτερη γραφή / Μάνος Χατζιδάκις, Μαρία Δημητριάδη: Για την Ελένη (1985)

Του άρεσαν πολύ οι μύθοι του Μάνου Χατζιδάκι. Και μέσα από τους μύθους οι συμβολισμοί. Δεν μπορεί να έδωσε άλλωστε τυχαία τον τίτλο "Μυθολογία" στις δυο ποιητικές του συλλογές (1966, 1982). Και ήταν συχνές οι περιπλανώμενες γυναικείες μορφές που γεννήθηκαν μέσα από την προσωπική του μυθολογία, όπως εκείνο το κορίτσι στον Υμηττό ή ένα άλλο κορίτσι μεθυσμένο, αλλά και η Μελισσάνθη, η Μάγδα, η Μαριάνθη και η Ελένη. Περισσότερο η Ελένη που διασπά τους αιώνες ως η πιο αινιγματική και ανερμήνευτη μορφή, μια έμμονη ιδέα που χάνεται και επανεμφανίζεται μυστηριακά, άλλοτε ως σάρκινη πραγματικότητα κι άλλοτε ως ένα πουκάμισο αδειανό.
Κάπως έτσι έζησε μέσα του κι ακολουθούσε πάντα τον συνθέτη αυτή η απροσδιόριστη μορφή που ζητούσε επίμονα να αποκτήσει πρόσωπο συγκεκριμένο με αδρά χαρακτηριστικά. Το προσπάθησε με τον πρώτο κύκλο τραγουδιών ("Για την Ελένη") που της αφιέρωσε το 1978 συνεπικουρούμενος από τους εύστοχους στίχους του Μιχάλη Μπουρμπούλη με την ευαίσθητη ερμηνεία του Στέλιου Μαρκετάκη. Αλλά δεν του φάνηκε πως αυτή ήταν η καλύτερη ενσάρκωση του οράματός της κι έτσι συνέχισε την εσωτερική του αναζήτηση. Λίγο αργότερα πήρε τη σκυτάλη η Αλέξάνδρα σε δυο διαδοχικές ηχογραφήσεις (1980, 1983), η οποία θα μπορούσε, ως γυναίκα και η ίδια, να δώσει μια πιο πειστική αποτύπωση της μορφής αυτού του περιπλανώμενου κοριτσιού, αλλά και πάλι κάτι δεν τον άφηνε να ησυχάσει και συνέχισε την αναζήτησή της.
Το καλοκαίρι του 1985 τα κατάφερε τελικά! Ήταν στο πλαίσιο των περίφημων Ιουλιανών συναυλιών του, στο οποίο ο Μάνος Χατζιδάκις ενέταξε και τον συγκεκριμένο κύκλο τραγουδιών, αφού στο μεταξύ προχώρησε σε πλήρη αναθεώρηση της αρχικής ενορχήστρωσης*, ώστε τελικά το έργο να πάρει μια πιο ισορροπημένη λαϊκή φόρμα. Σ' αυτή τη μορφή που έμελλε επιτέλους να είναι η οριστική το έργο ηχογραφήθηκε εκ νέου και κυκλοφόρησε ενταγμένο στη σειρά εκδόσεων του Σείριου. Αποκλειστική ερμηνεύτρια η εξαιρετική Μαρία Δημητριάδη, τις ερμηνευτικές ικανότητες της οποίας είχε ήδη επιδοκιμάσει ο συνθέτης μέσα από τη γόνιμη συνεργασία της με τον Θάνο Μικρούτσικο τα προηγούμενα χρόνια. Η τελική αυτή εκδοχή του έργου καταφέρνει να αποδώσει την υποδόρεια "τραγικότητα" που επιζητούσε ο συνθέτης να διαπερνά τα συγκεκριμένα λαϊκότροπα τραγούδια.